Λέξη: υπογραμμίζω

Σχετικές λέξεις: υπογραμμίζω

υπογραμμίζω τα επιρρήματα, υπογραμμίζω τα επίθετα, υπογραμμίζω αγγλικα, υπογραμμίζω συνώνυμο

Συνώνυμα: υπογραμμίζω

τονίζω, στίζω, θέτω σημεία στίξεως, υποσημειώ

Μεταφράσεις: υπογραμμίζω

υπογραμμίζω στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
underline, underscore, stress, emphasize, I stress

υπογραμμίζω στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
acentuar, subrayar, destacar, resaltar, subrayado, relieve

υπογραμμίζω στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
unterstrich, unterstreichen, streichen, zu unterstreichen

υπογραμμίζω στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
soulignement, accentuer, ponctuer, souligner, de souligner, soulignent, souligne, souligné

υπογραμμίζω στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
sottolineare, evidenziare, sottolineato, sottolineano, sottolinea

υπογραμμίζω στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
sublinhar, subterrâneo, sublinhado, salientar, sublinham, destacar

υπογραμμίζω στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
onderstrepen, benadrukken, onderstreept, te onderstrepen, benadrukt

υπογραμμίζω στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
подчеркивать, подчеркнуть, подчеркивание, подчеркивают, подчеркиваем

υπογραμμίζω στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
understreke, understreking, understreker, understreket, reke

υπογραμμίζω στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
understryka, stryka, betona, understryker, stryker

υπογραμμίζω στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
tähdentää, alleviivata, korostaa, korostavat, korostetaan, korostettava

υπογραμμίζω στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
understrege, understreger, fremhæve

υπογραμμίζω στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
zdůraznit, podtrhnout, podškrtnout, zdůrazňují, zdůraznil

υπογραμμίζω στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
zaakcentować, podkreślać, podkreślić, podkreślają, podkreślenie

υπογραμμίζω στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
aláhúzás, hangsúlyozni, hangsúlyozzák, kiemelni

υπογραμμίζω στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
altını çizmek, altını, altı çizili, vurgulamak, altını çizmektedir

υπογραμμίζω στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
підкресліть, транспарант, підкреслювати, підкреслення, підкреслювання, наголошення, наголошування

υπογραμμίζω στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
nënvizoj, theksoj, nënvizojnë, theksojnë, theksojmë

υπογραμμίζω στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
подчертавам, подчертае, подчертая, се подчертае

υπογραμμίζω στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
падкрэсліванне, падкрэсленне, падкрэсьліваньне

υπογραμμίζω στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
alljoon, rõhutama, rõhutada, rõhutavad, rõhutatakse

υπογραμμίζω στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
ističemo, podcrtati, podvući, naglasiti, naglašavaju, istaknuti, ističu

υπογραμμίζω στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
undirstrika, undirstrikun, leggja áherslu, að undirstrika, undirstrikar

υπογραμμίζω στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
pabrėžti, pabrėžia, pabrėžiama

υπογραμμίζω στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
pasvītrot, pasvītrojums, uzsvērt, uzsver

υπογραμμίζω στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
подвлечам, нагласам, истакнам, потенцирам, подвлече

υπογραμμίζω στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
sublinia, subliniază, sublinieze, subliniez, subliniat

υπογραμμίζω στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
poudarjajo, poudarjata, poudariti

υπογραμμίζω στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
zdôrazniť, poukázať, poukázať na, zdôraznil, vyzdvihnúť
Τυχαίες λέξεις