Λέξη: φιόγκος

Σχετικές λέξεις: φιόγκος

φιόγκος με ζαχαρόπαστα, φιόγκος στα αγγλικά, φιόγκος από ζαχαρόπαστα, φιόγκος στα μαλλιά, ροζ φιόγκος, κότσος φιόγκος, φιόγκος χτένισμα, χριστουγεννιάτικος φιόγκος, διπλός φιόγκος

Συνώνυμα: φιόγκος

τόξο, πλώρη, δοξάρι, φιόγκος, υπόκλιση, πρώρα πλοίου, κόμπος, κόμβος, δεσμός, όζος, όμιλος

Μεταφράσεις: φιόγκος

αγγλικά
bow, knot


ισπανικά
nudo, lazo, inclinación, inclinarse, arco, ...

γερμανικά
schleife, bug, knoten, grüppchen, astloch, ...

γαλλικά
arche, joindre, lier, infléchir, salut, ...

ιταλικά
annodare, arco, legare, nodo

πορτογαλικά
derrubar, proa, inclinar, nó, curva, ...

ολλανδικά
knopen, strik, knoop, toog, boog

ρωσικά
моток, узел, наклонить, связывать, клониться, ...

νορβηγικά
knop, bue, knute

σουηδικά
knut, båge, knop, böja, buga

φινλανδικά
sotkea, alistua, jousi, kokka, kaari, ...

δανικά
knob, knude, bue

τσεχικά
obtíž, shýbat, klička, tah, oblouk, ...

πολωνικά
supłać, wygięcie, dziób, sęk, ugiąć, ...

ουγγρικά
ívvonalzó, vonóhúzás, nyeregállvány, csónakdaru, íj, ...

τούρκικα
düğüm, yay

ουκρανικά
самостріл, згинати, підпорядковуватися, банку, бугор, ...

αλβανικά
përkulje

βουλγαρικά
поклон

λευκορωσικά
перад

εσθονικά
vibu, poogen, kummardus

κροατικά
gudalo, mašna, naklon, savijati, čvor, ...

ισλανδικά
bogi, hnútur, bindi, bógur

λατινικά
arcus

λιθουανικά
kaspinas, mazgas, lankas

λετονικά
loks, stops, mezgls

σλαβομακεδονικά
лак, поклонат, Топлинска, поклон, лакот

ρουμανικά
nod, arc

σλοβενικά
úklona

σλοβακικά
stuha, motýlik

Τυχαίες λέξεις