Λέξη: σούπα

Σχετικές λέξεις: σούπα

σούπα μινεστρόνε, σούπα αποτοξίνωσης, σούπα φιδέ, σούπα λαχανικών, σούπα τραχανά, σούπα κοτόπουλο, σούπα αυγολέμονο, σούπα μπρόκολο, σούπα μοσχάρι, σούπα λαχανικών αργυρώ, γιουβαρλάκια σούπα, φακές, σούπα φακές, τραχανάς σούπα, σούπα βελουτέ, ρεβύθια σούπα

Συνώνυμα: σούπα

σούπα, ζωμός

Μεταφράσεις: σούπα

αγγλικά
soup


ισπανικά
sopa

γερμανικά
suppe, filmentwickler

γαλλικά
potage, bouillabaisse

ιταλικά
minestra, zuppa

πορτογαλικά
sopa, auscultar

ολλανδικά
soep

ρωσικά
уха, похлёбка, оживлять, живость, суп, ...

νορβηγικά
suppe

σουηδικά
soppa, Soup, soppan

φινλανδικά
liemi, soppa, rokka, keitto

δανικά
suppe, suppen, soup

τσεχικά
polévka

πολωνικά
zupa, żupa, polewka

ουγγρικά
leves

τούρκικα
çorba

ουκρανικά
суп, оживляти, суповий, жвавість

αλβανικά
supë

βουλγαρικά
куп

λευκορωσικά
суп

εσθονικά
supp

κροατικά
tonovi, zvuci, odjeke

ισλανδικά
súpa, súpu, Súpan, Soup, súpuna

λιθουανικά
sriuba

λετονικά
zupa

σλαβομακεδονικά
супа, супата, чорба, супа од, супена

ρουμανικά
supă

σλοβενικά
polívka, juha

σλοβακικά
polievka

Στατιστικά δημοτικότητας: σούπα

Τυχαίες λέξεις