Λέξη: έδαφος

Σχετικές λέξεις: έδαφος

έδαφος ph, έδαφος στο ρώγο του, έδαφος ελλάδας, έδαφοσ σαντορίνησ, έδαφος βρετανικού ινδικού ωκεανού, έδαφος υπέδαφος, έδαφος του στόματος, έδαφος και αειφόρος ανάπτυξη, έδαφοσ συνώνυμα, έδαφος επε

Συνώνυμα: έδαφος

έδαφος, σχηματισμός του έδαφους, επικράτεια, περιοχή, χώρα, διαμέρισμα, χώμα, ακαθαρσία, λέρα, βυθός, βάση, άλεση, αιτία

Μεταφράσεις: έδαφος

αγγλικά
land, terrain, territory, ground


ισπανικά
territorio, fundamento, razón, pueblo, tierra, ...

γερμανικά
distrikt, terrain, festland, nation, grund, ...

γαλλικά
fonds, territoire, espace, emplacement, terroir, ...

ιταλικά
fondale, campagna, sbarcare, ragione, paese, ...

πορτογαλικά
solos, terras, províncias, gente, território, ...

ολλανδικά
aanlanden, reden, basis, fond, grondtal, ...

ρωσικά
приземлиться, область, повод, приземлить, оконечность, ...

νορβηγικά
jord, område, mark, distrikt, land, ...

σουηδικά
land, område, jord, landa, territorium, ...

φινλανδικά
reviiri, tanner, ala, hiottu, taka-ala, ...

δανικά
land, område, fange, fornuft, lande, ...

τσεχικά
terén, podklad, půda, pozadí, příčina, ...

πολωνικά
teren, przyziem, terytorium, opierać, obszar, ...

ουγγρικά
földbirtok, ország, élettér, vidék, földsáv, ...

τούρκικα
neden, arsa, ülke, il, alan, ...

ουκρανικά
область, підставу, сфера, гострий, земля, ...

αλβανικά
tokë, trevë, fund, shesh, arsye, ...

βουλγαρικά
земя, земния, нация, почва, страна, ...

λευκορωσικά
край, зямля

εσθονικά
kallas, pinnareljeef, valdkond, maa, maandus, ...

κροατικά
iskrcati, tlo, teren, posjede, osnova, ...

ισλανδικά
ástæða, land, jörð, landa, lenda, ...

λατινικά
tellus, ager, fines, terra, humus, ...

λιθουανικά
valstybė, žemė, sausuma, šalis, plotas, ...

λετονικά
valsts, augsne, cietzeme, rajons, teritorija, ...

σλαβομακεδονικά
причината, тлото, земјата

ρουμανικά
cartier, ateriza, ţară, naţiune, pământ, ...

σλοβενικά
oblast, suš, pristati, terén

σλοβακικά
zeme, zem, pristáť, sluš, areál, ...

Στατιστικά δημοτικότητας: έδαφος

Τυχαίες λέξεις