Λέξη: ανεύρεση

Σχετικές λέξεις: ανεύρεση

ανεύρεση αριθμών κινητών τηλεφώνων, εύρεση τηλεφώνου, εύρεση αμκα, ανεύρεση μιλίων από πτήση, ανεύρεση χρυσού, εύρεση ωροσκόπου, εύρεση εργασίας, ανεύρεση φεκ, εύρεση τηλεφωνου, εύρεση αφμ

Συνώνυμα: ανεύρεση

εύρεση, πόρισμα, ανεύρεση, ανακάλυψη, εξεύρεση

Μεταφράσεις: ανεύρεση

αγγλικά
find


ισπανικά
ubicar, hallar, encontrar, hallazgo, atinar

γερμανικά
fundstück, entdecken, fund, entdeckung, enthüllen, ...

γαλλικά
trouvons, constater, révélation, repérer, trouvent, ...

ιταλικά
scovare, scoperta, trovare

πορτογαλικά
deparar, financeiro, encontrar, achar, achado

ολλανδικά
bevinden, vinden, treffen, ontdekken, aantreffen

ρωσικά
проявить, умещаться, подыскать, открытие, улучить, ...

νορβηγικά
finne, funn

σουηδικά
finna, upptäcka

φινλανδικά
huomata, pitää, löytö, löytää, vastaanottaa

δανικά
opdagelse, finde

τσεχικά
nacházet, objevit, konstatovat, zaopatřit, objev, ...

πολωνικά
odnajdować, odkrycie, odkrywać, znajdować, dowiadywać, ...

ουγγρικά
lelet, megállapítás, megállapítást, megállapítása, megállapítását

τούρκικα
bulmak

ουκρανικά
шукати, виявити, відкриття, знахідка, знайти

αλβανικά
gjej

βουλγαρικά
намиране, констатация, заключение, извод, констатацията

λευκορωσικά
знаходзiць

εσθονικά
pidama, avastama, arvama

κροατικά
ustanoviti, pronaći, saznati, traženje, pronađi

ισλανδικά
niðurstaða, Finding, Finndu, Að finna, finna

λατινικά
reperio

λιθουανικά
radinys, rasti, atrasti, atradimas

λετονικά
atklājums, atklāšana, atrast, uziet, atklāt, ...

σλαβομακεδονικά
Откритието, наод, наодот, откритие, наоѓање

ρουμανικά
afla

σλοβενικά
najti

σλοβακικά
nájsť

Τυχαίες λέξεις