Λέξη: δέρνω

Σχετικές λέξεις: δέρνω

δέρνω τη γυναίκα μου, δέρνω συνώνυμα, δέρνω το παιδί μου, δέρνω τα παιδιά μου, όνειρο δέρνω

Συνώνυμα: δέρνω

δέρνω, ραπίζω εις τα οπίσθια, δέρνω στο πισινό, συντρίβω, επιβάλλομαι, φέρνω σε αμηχανία, βολτατζάρω, διαμορφώνω, μαστιγώ, μαστιγώνω, αναταράσσω, στριφογυρίζω, ραβδίζω, ξυλίζω, μαλώνω, δένω, γλείφω, λείχω, μαστίζω, βασανίζω, βερνικώνω

Μεταφράσεις: δέρνω

αγγλικά
beat


ισπανικά
pulso, latir, ritmo, batir, vencer

γερμανικά
überlisten, puls, verblüffen, runde, besiegen, ...

γαλλικά
taper, frapper, abattirent, mesure, frappe, ...

ιταλικά
ritmo, battere, battuta, picchiare, battito, ...

πορτογαλικά
cadência, bater, pulsar, ritmo, açoitar

ολλανδικά
afranselen, tel, pols, ritme, polsslag, ...

ρωσικά
проторить, бить, проторять, пульс, побеждать, ...

νορβηγικά
rytme, slag, hjerteslag

σουηδικά
rytm, besegra

φινλανδικά
tykytys, poljento, hakkasivat, rytmi, jyskyttää, ...

δανικά
slå, overvinde, hjerteslag, rytme

τσεχικά
šlehat, úhoz, rána, tlukot, úder, ...

πολωνικά
wygrać, takt, uderzać, bić, dudnienie, ...

ουγγρικά
lebegés, pergés, körjárat, pumpoló, megvert, ...

τούρκικα
nabız, darbe, ritim

ουκρανικά
одбивати, відбивати, перемагати, тіпати

αλβανικά
goditje, rrah

βουλγαρικά
шибам, бият, шиба, биете, бия с камшик

λευκορωσικά
пароць, лупцаваць, джголіць, пороть

εσθονικά
taguma, halss, pulss

κροατικά
potući, pulsiranje, patrola, udarati

ισλανδικά
berja, sigra

λιθουανικά
ritmas, pulsas, čaižyti, nugalėti

λετονικά
uzvarēt, iekarot, sirdspuksti, ritms, pārspēt, ...

σλαβομακεδονικά
пулсот

ρουμανικά
ritm, puls

σλοβενικά
bít, biti, tolči

σλοβακικά
tep

Τυχαίες λέξεις