Λέξη: αστερίσκος

Σχετικές λέξεις: αστερίσκος

πανοραμικός αστερίσκος, αστερίσκος φυτό

Συνώνυμα: αστερίσκος

αστερίσκος

Μεταφράσεις: αστερίσκος

αγγλικά
asterisk


ισπανικά
asterisco

γερμανικά
sternchen, stern

γαλλικά
étoile, sidéral, astérisque

ιταλικά
asterisco

πορτογαλικά
asterisco

ολλανδικά
sterretje, asterisk

ρωσικά
звездочка, звёздочка

νορβηγικά
stjernen, stjerne, asterisk

σουηδικά
asterisk

φινλανδικά
asteriski, tähtimerkki, tähti, tähti-merkki

δανικά
stjerne

τσεχικά
hvězdička

πολωνικά
gwiazdka, oczko, odsyłacz, asterysk

ουγγρικά
csillagocska

τούρκικα
yıldız işareti, yıldız, asterisk, asteriks

ουκρανικά
зірочка, зіронька

αλβανικά
yll

βουλγαρικά
звездичка, звезда, звездичката, астериск

λευκορωσικά
зорачка, звездочка, зорка

εσθονικά
asterisk, tärn

κροατικά
zvjezdica

ισλανδικά
stjörnu, stjarna, stjarna er, Stjarnan

λιθουανικά
žvaigždutė

λετονικά
zvaigznīte, zvaigzne

σλαβομακεδονικά
ѕвездичка, Ѕвездичката, ѕвезда, со ѕвездичка, астериск

ρουμανικά
asterisc

σλοβενικά
zvezdica, asterisk, zvezdico, se zvezdico, zvezdica pa

σλοβακικά
hviezdička, Hvězdička, hviezdičkou, Hviezdičky

Τυχαίες λέξεις