Λέξη: δημοσιεύω

Σχετικές λέξεις: δημοσιεύω

δημοσιεύω συνώνυμα, δημοσιεύω στα αγγλικα

Συνώνυμα: δημοσιεύω

δημοσιεύω, εκδίδω, διακηρύττω, δημοσιεύω νόμο, διαδίδω

Μεταφράσεις: δημοσιεύω

αγγλικά
release, publish


ισπανικά
librar, franquear, eximir, soltar, liberar, ...

γερμανικά
quittung, entlassung, erlösung, freilassung, publizieren, ...

γαλλικά
libération, relaxer, imprimer, affranchissement, libérer, ...

ιταλικά
rilasciare, licenziamento, scarcerazione, liberazione, autorizzare, ...

πορτογαλικά
retransmitir, largar, libere, publique, descongestionar, ...

ολλανδικά
emitteren, verlossen, lossen, tappen, bevrijden, ...

ρωσικά
выпускать, разблокировать, расцепление, уволить, увольнение, ...

νορβηγικά
utgi, avskjed, befrielse, befri, frigjøre, ...

σουηδικά
befria, befrielse

φινλανδικά
toimittaa, irtisanominen, armahtaa, irrottaa, päästää irti, ...

δανικά
udelade, befri, udgive, åbenbare, frigive

τσεχικά
pustit, propustit, oznámit, zprostit, publikovat, ...

πολωνικά
wyzwolić, wyzwolenie, zwolnienie, wypuszczenie, zezwolić, ...

ουγγρικά
eleresztés, tulajdon-átruházás, elengedés, árammegszakító

τούρκικα
makbuz, yayınlamak

ουκρανικά
громадськість, трансляція

αλβανικά
lëshoj, lirim, botoj, çliroj

βουλγαρικά
освобождение

λευκορωσικά
публікаваць, друкаваць

εσθονικά
väljalase, avaldama, kirjastama, vabastama, päästik

κροατικά
oglasiti, izdati, osloboditi, razglasiti, publicirati, ...

ισλανδικά
birta

λατινικά
solvo, laxo, libero

λιθουανικά
paskelbti, skelbti, paskelbia, skelbia, paskelbs

λετονικά
atbrīvot, atbrīvošana, izrakstīšana

σλαβομακεδονικά
објават, објавува, објавуваат, го објави, ги објават

ρουμανικά
liberare, eliberare

σλοβενικά
izdati

σλοβακικά
vydaní, uvoľniť

Τυχαίες λέξεις