Λέξη: αποστασία

Σχετικές λέξεις: αποστασία

αποστασία σαμαρα, αποστασία 1965, αποστασία της μυτιλήνης, αποστασία των διανοουμένων, αποστασία μυτιλήνης, ιουλιανή αποστασία, σαμαράς αποστασία, αποστασία θάσου

Συνώνυμα: αποστασία

αποστασία, λιποταξία, αποσκίρτηση, παράλειψη, αποτυχία, αποχωριστικότης, αποχωριστικότητα

Μεταφράσεις: αποστασία

αγγλικά
defection, apostasy


ισπανικά
apostasía, la apostasía

γερμανικά
abfall, abtrünnigkeit, apostasie

γαλλικά
apostasie, désertion

ιταλικά
apostasia

πορτογαλικά
apostasia, a apostasia

ολλανδικά
afvalligheid, afval, apostase, geloofsafval, de afval

ρωσικά
вероотступничество, неудача, отступничество, расстройство, ренегатство, ...

νορβηγικά
frafall, frafallet, apostasi, apostasy, frafallets

σουηδικά
avfall, apostasi, avfallet, apostasy, avfällighet

φινλανδικά
luopuminen, luopumuksen, luopumus, luopumukseen, luopumuksesta

δανικά
frafald, apostasi, frafaldet, frafaldets

τσεχικά
odpadnutí, zběhnutí, odpadlictví

πολωνικά
dezercja, apostazja, zdrada, wystąpienie, odszczepieństwo, ...

ουγγρικά
hitehagyás, disszidálás, elpártolás

τούρκικα
döneklik, apostasy, mürted, din değiştirme, dönme

ουκρανικά
невдача, провал, відступництво, дезертирство, порушення

αλβανικά
braktisje, shmangiet, shmangiet e, apostazia, apostazi

βουλγαρικά
вероотстъпничество, отстъпничество, отстъпление, отстъплението, отстъпничеството

λευκορωσικά
адступніцтва

εσθονικά
hülgamine, ülejooksmine, usukaotus

κροατικά
izdaja, otpadanje, otpadništvo

ισλανδικά
fráfalls, fráhvarf

λιθουανικά
atsimetimas, apostazė, nuo oficialios religijos, išdavimas, apostazė pripažįstama kaip

λετονικά
atkrišana, apostasy, atkrišanu, apostāze, atteikšanos no ticības

σλαβομακεδονικά
отпадништво, одметнување, отстапништво, отпадништвото создале

ρουμανικά
apostazie, apostaziei, apostazia, apostazii

σλοβενικά
odpadništvo, Otpadništvo, odpada, odpad, odpadništvo postalo

σλοβακικά
odpadnutí

Τυχαίες λέξεις