Ιθύνω στα δανικά

Μετάφραση: ιθύνω, Λεξικό: ελληνικά » δανικά

Αρχική γλώσσα:
ελληνικά
Τελική γλώσσα:
δανικά
Μεταφράσεις:
regel, styre, lineal, regere, beslutningstagere, temaskine, beslutningstagerne, producenter
Ιθύνω στα δανικά
Σχετικές λέξεις
Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις: ιθύνω

ιθύνω λεξικό γλώσσας δανικά, ιθύνω στα δανικά

Μεταφράσεις

  • ιθαγένεια στα δανικά - nationalitet, statsborgerskab, borgerskab, medborgerskab, unionsborgerskab, medborgerskab i
  • ιθαγενής στα δανικά - oprindelig, indfødte, indfødt, oprindelige, indenlandske, indenlandsk
  • ικανά στα δανικά - stand, i stand, stand til, i stand til, stand til at
  • ικανοποίηση στα δανικά - opfyldelse, tilfredshed, tilfredsstillende, tilfredsstillelse, tilfredstillelse
Τυχαίες λέξεις
Ιθύνω στα δανικά - Λεξικό: ελληνικά » δανικά
Μεταφράσεις: regel, styre, lineal, regere, beslutningstagere, temaskine, beslutningstagerne, producenter