Λέξη: ενίσχυση

Σχετικές λέξεις: ενίσχυση

ενίσχυση δικαιούχων για την απόκτηση της ιδιότητας του ενεργειακού επιθεωρητή, ενίσχυση ενεργειακών επιθεωρητών, ενίσχυση αυτοεκτίμησης, ενίσχυση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενίσχυση φωτός με εξαναγκασμένη εκπομπή ακτινοβολίας, ενίσχυση της προσπελασιμότητας, ενίσχυση ανοσοποιητικού, ενίσχυση ανοσοποιητικού συστήματοσ, ενίσχυση μνήμης, ενίσχυση αντωνυμο

Συνώνυμα: ενίσχυση

ενίσχυση, εύρυνση, διεύρυνση, τόνωση, ανακούφιση, ανάγλυφο, περίθαλψη, επικουρία

Μεταφράσεις: ενίσχυση

αγγλικά
reinforcement, amplification


ισπανικά
refuerzo, amplificación

γερμανικά
armierung, verstärkung, bewehrung, stahleinlage, erweiterung, ...

γαλλικά
renforcement, armature, agrandissement, augmentation, développement, ...

ιταλικά
ingrandimento, rinforzo

πορτογαλικά
amplificação, de amplificação, amplifica�o, ampliação, a amplificação

ολλανδικά
versterking, amplificatie, de amplificatie, amplificatieproducten

ρωσικά
подкрепление, усугубление, пополнение, распространение, приумножение, ...

νορβηγικά
forsterkning, amplifikasjon, amplifisering, forsterkningen, forsterker

σουηδικά
amplifiering, förstärkning, förstärknings, förstärkningen

φινλανδικά
vahvistus

δανικά
forstærkning, amplifikation, amplificering, opformering

τσεχικά
rozvedení, rozšíření, výztuž, vyztužení, zesílení, ...

πολωνικά
rozwinięcie, rozszerzenie, zwiększenie, posiłek, armatura, ...

ουγγρικά
erősítés, amplifikációs, amplifikáció, hangosítás, amplifikációt

τούρκικα
amplifikasyon, amplifikasyonu, büyütme, yükseltme, güçlendirme

ουκρανικά
побільшення, доповнення, збільшення, армований, поширення

αλβανικά
përforcim, amplifikim, zgjerimi, amplifikimi, amplification

βουλγαρικά
усиления

λευκορωσικά
ўзмацненне, узмацненне, ўзмацненьне, узмацненьне

εσθονικά
täiendamine, laiendus, abivägi, võimendus, tugevdus

κροατικά
povećanje, pojačanje, armaturi, učvršćivanje, armatura, ...

ισλανδικά
mögnun

λιθουανικά
amplifikacija, stiprinimas, amplifikacijos, stiprinimo, signalų stiprinimas

λετονικά
pastiprināšana, paplašināšana, pastiprinājums, amplifikācijas, amplifikāciju

σλαβομακεδονικά
засилување, амплификација, засилувањето, засилување на, амплификација на

ρουμανικά
amplificare, amplificarea, de amplificare, amplificării, amplificare a

σλοβενικά
ojačanje, pomnoževanje, ojačanja, pomnoževanja, ojačevanje

σλοβακικά
posily, rozvedení

Στατιστικά δημοτικότητας: ενίσχυση

Τυχαίες λέξεις