Λέξη: επιστόμιο

Σχετικές λέξεις: επιστόμιο

επιστόμιο κλαρίνου, επιστόμιο τρομπέτας, επιστόμιο ασφαλείας cisa, επιστόμιο ασφαλείας, επιστόμιο σαξοφώνου

Μεταφράσεις: επιστόμιο

αγγλικά
mouthpiece


ισπανικά
embocadura, boquilla

γερμανικά
mundstück

γαλλικά
embouchure, embouchoir, cornet

ιταλικά
boccaglio, bocchino, portavoce, imboccatura, il boccaglio

πορτογαλικά
bocal, boquilha, mouthpiece, adaptador bucal

ολλανδικά
mondstuk, spreekbuis, het mondstuk, woordvoerder

ρωσικά
выразитель, рупор, оратор, мундштук, глашатай, ...

νορβηγικά
munnstykke

σουηδικά
munstycke, munstycket, språkrör, mundelen, munstyckets

φινλανδικά
äänitorvi, suukappale, suukappaleen, suukappaleeseen, mouthpiece

δανικά
mundstykke, mundstykket, talerør

τσεχικά
nátrubek

πολωνικά
rzecznik, cygarniczka, ustnik, wyraziciel, kiełzno

ουγγρικά
csutora, szopóka, szószóló, szájrész

τούρκικα
ağızlık, sözcüsü, ağız parçası, ağızlığın, ağızlığı

ουκρανικά
кусок, приголомшливе, шматок, ковток

αλβανικά
pipëz, zëdhënës, zëdhënëse, goja, zëdhënësi

βουλγαρικά
мундщук, мундщука, говорител, на мундщука

λευκορωσικά
муштук, за цуглi, цыбук, мунштук

εσθονικά
sigaretipits, huulik

κροατικά
glasnik, muštikla, pisak, vjesnik, tumač

ισλανδικά
munnstykki, munnstykkið, munnstykkinu, að munnstykkið, munnstykkis

λιθουανικά
kandiklis, kandiklį, kandiklio, ruporas, kalbėtojas

λετονικά
iemutis, iemuti, rupors, paudējs, iemutnis

σλαβομακεδονικά
писка, гласноговорник, гласноговорници, за уста, комплет за уста

ρουμανικά
purtător de cuvânt, muștiuc, piesa bucală, muștiucul, piesă pentru gură

σλοβενικά
ustnik, ustnika, glasnik, ustnikom, ustničnim

σλοβακικά
náustok, si náustok, pritom inhalátor, inhalátor

Τυχαίες λέξεις