Λέξη: επιχορήγηση

Σχετικές λέξεις: επιχορήγηση

επιχορήγηση οαεδ, επιχορήγηση επιχειρήσεων να προσλάβουν ανέργους 30-66 ετών, επιχορήγηση νέων επιχειρήσεων 2014, επιχορήγηση μκο, επιχορήγηση επιχειρήσεων, επιχορήγηση πασοκ, επιχορήγηση κομμάτων, επιχορήγηση ryanair, επιχορήγηση προσλήψεων ειδικών κατηγοριών ανέργων, επιχορήγηση επιχειρήσεων για την πρόσληψη ανέργων

Συνώνυμα: επιχορήγηση

επιδότηση, επιχορήγηση, επίδομα, κρατικό βοήθημα, υποστήριξη

Μεταφράσεις: επιχορήγηση

αγγλικά
subsidy, allowance


ισπανικά
concesión, subvención, subsidio

γερμανικά
zugabe, erlaubnis, aufmass, subvention, abmaß, ...

γαλλικά
assentiment, accessoire, dotation, licence, ajout, ...

ιταλικά
indennità, sovvenzione, sussidio

πορτογαλικά
subsidiar, subsídio, descontos, subsídios, subvenção

ολλανδικά
ondersteuning, subsidie, toelage, stipendium

ρωσικά
вознаграждение, стипендия, допущение, припуск, дозволение, ...

νορβηγικά
godtgjørelse, subsidie

σουηδικά
bidrag, understöd, subvention

φινλανδικά
avustusmääräraha, tuki, apuraha, tuotantopalkkio, korvaus, ...

δανικά
subsidier

τσεχικά
sleva, srážka, náhrada, udělení, pomoc, ...

πολωνικά
uznanie, zasiłek, pozwolenie, deputat, bonifikata, ...

ουγγρικά
szubvenció, árengedmény, levonás, engedmény, ráhagyás

τούρκικα
sübvansiyon, sübvansiyonu, destekleme, yardımı, para yardımı

ουκρανικά
субсидія, дотація

αλβανικά
bursë

βουλγαρικά
субсидия

λευκορωσικά
субсідыя, субсыдыя, субсідыі

εσθονικά
elatusraha, subsiidium

κροατικά
dopuštenje, davanje, dopuštanje, isplata, popust

ισλανδικά
niðurgreiðslu, styrkjum, styrkur, styrkir, styrks

λιθουανικά
subsidija, dotacija

λετονικά
subsīdija

σλαβομακεδονικά
субвенцијата, субвенција, субвенции, субвенционирање, субвенциите

ρουμανικά
subvenție, subvenției, subvenții, subvenționare, de subvenționare

σλοβενικά
žepnina, podpora

σλοβακικά
podpora, tolerancia, odpočet

Στατιστικά δημοτικότητας: επιχορήγηση

Τυχαίες λέξεις