Λέξη: θερμοκοιτίδα

Σχετικές λέξεις: θερμοκοιτίδα

θερμοκοιτίδα θέρμη, θερμοκοιτίδα επιχειρήσεων, θερμοκοιτίδα νεογνών, θερμοκοιτίδα κόστος, θερμοκοιτίδα απασχόλησης, θερμοκοιτίδα επιχειρήσεων θερμη, θερμοκοιτίδα επιχειρήσεων θεσσαλονικη, θερμοκοιτίδα i4g, θερμοκοιτίδα δήμου αθηναίων, θερμοκοιτίδα για αυγά

Μεταφράσεις: θερμοκοιτίδα

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
incubator, an incubator, the incubator, incubator for, incubator of
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
incubadora, incubador, incubadora de, la incubadora, incubador de
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
brutkasten, brutapparat, Inkubator, Brutkasten, Brutschrank, Inkubators
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
couveuse, incubateur, pépinière, étuve, l'incubateur
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
incubatrice, incubatore, incubator, dell'incubatrice, dell'incubatore
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
incubadora, incubador, incubadora de, estufa, da incubadora
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
broedmachine, couveuse, incubator, broedstoof, broedplaats
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
инкубатор, инкубатора, инкубаторе, инкубатором
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
rugemaskin, inkubator, kuvøse, inkubatoren, incubator, av incubator
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
inkubator, inkubatorn, incubator, kuvös
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
keinoemo, yrityshautomo, hautomo, incubator, inkubaattorissa, inkubaattoriin
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
inkubator, incubator, inkubatoren, kuvøse
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
inkubátor, inkubátoru, inkubátorem, líheň, inkubátoru s
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
inkubator, cieplarka, wylęgarka, incubator, inkubatorze, inkubatora, inkubatorem
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
inkubátor, inkubátorban, inkubátorba, inkubátorház, inkubátorból
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
kuluçka makinesi, inkübatör, kuluçka, kuluçkalık, kuvöz
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
інкубатор, инкубатор, інкубатора
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
inkubator, Inkubatori, Inkubatori i, inkubatorit, e inkubatorit
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
инкубатор, инкубатора, инкубатор с, инкубатори
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
інкубатар
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
inkubaator, inkubaatoris, inkubaatorisse, inkubaatori, inkubaatorist
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
inkubator, inkubatora, inkubatoru, u inkubatoru
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
útungunarvél, hitaskápur
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
inkubatorius, inkubatoriaus, inkubatorių, inkubatoriumi
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
inkubators, inkubatoru, inkubatora, inkubatorā
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
инкубатор, инкубаторот, Инкубаторот во
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
incubator, incubator de, incubator pentru, incubatorului, incubator cu
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
inkubátor, inkubator, inkubatorja, inkubatorju, incubator, inkubatorska
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
inkubátor, inkubátora
Τυχαίες λέξεις