Λέξη: ιππικό

Σχετικές λέξεις: ιππικό

ιππικό τεθωρακισμένα, ιππικό όμιλο κουρούτασ, ιππικό κέντρο μακεδονίας, ιππικό κέντρο αρτεμισ, ιππικό όμιλο αμαρουσίου, ιππικό κέντρο θεσσαλίας, ιππικό πόλο, ιππικό όμιλο βαρυμπόμπησ, ιππικό κέντρο μακεδονίας (ι.κε.μ), ιππικό όμιλο μεσογείων

Συνώνυμα: ιππικό

ιππικό

Μεταφράσεις: ιππικό

αγγλικά
cavalry


ισπανικά
caballería

γερμανικά
kavallerie, reiterei

γαλλικά
cavalerie

ιταλικά
cavalleria

πορτογαλικά
cavalaria

ολλανδικά
ruiterij, paardenvolk, cavalerie

ρωσικά
кавалерия, конник, кавалерийский, конница

νορβηγικά
kavaleri, kavaleriet, cavalry, kavalleri, ryttere

σουηδικά
kavalleri, kavalleriet, kavallerit, rytteriet

φινλανδικά
ratsuväki

δανικά
kavaleri

τσεχικά
kavalérie, jízda

πολωνικά
konnica, kawaleria

ουγγρικά
lovasság

τούρκικα
süvari, süvarileri, cavalry, süvariler, süvarisi

ουκρανικά
кіннота, кавалерія

αλβανικά
kalorësi, kalorësia, kalorësisë, kalorës, i kalorësisë

βουλγαρικά
кавалерия, конница

λευκορωσικά
кавалерыя, кавалерыі

εσθονικά
mobiilüksus, ratsavägi

κροατικά
konjica

ισλανδικά
riddaraliðið, riddaralið, riddarana, riddarar

λατινικά
equitatus

λιθουανικά
kavalerija, kavalerijos, raitininkai, raitininkų, Jātnieki

λετονικά
jātnieki

σλαβομακεδονικά
коњаница

ρουμανικά
cavalerie, de cavalerie, cavaleria, cavaleriei, călăreți

σλοβενικά
konjenica, konjenice, konjenico, konjeniška, cavalry

σλοβακικά
kavalérie

Τυχαίες λέξεις