Λέξη: υδράργυρος

Σχετικές λέξεις: υδράργυρος

υδράργυρος συμπτώματα, υδράργυρος στο αυτί, υδράργυρος κίνδυνοι, υδράργυρος σπασμένο θερμόμετρο, υδράργυρος μετρό, υδράργυροσ μετρό θεσσαλονίκησ, υδράργυρος δηλητηρίαση, υδράργυρος θερμόμετρο, υδράργυρος στα ψάρια, υδράργυρος στο νερό

Συνώνυμα: υδράργυρος

υδράργυρος

Μεταφράσεις: υδράργυρος

αγγλικά
mercury


ισπανικά
mercurio, azogue

γερμανικά
quecksilber

γαλλικά
mercure, messager

ιταλικά
mercurio

πορτογαλικά
comerciante, mercúrio

ολλανδικά
kwikzilver, kwik

ρωσικά
ртуть, вестник, меркурий

νορβηγικά
kvikksølv, Mercury, Merkur

σουηδικά
kvicksilver, kvicksilvret, kvicksilver som, av kvicksilver

φινλανδικά
elohopea

δανικά
kviksølv

τσεχικά
posel

πολωνικά
rtęć, zwiastun

ουγγρικά
higany, higanyt, a higany, higanyra, higanytartalmú

τούρκικα
cıva

ουκρανικά
ртутно

αλβανικά
zhivë, zhive, merkuri, zhiva, merkur

βουλγαρικά
меркурий, живак

λευκορωσικά
ртуць, іртуць, ртуть

εσθονικά
elavhõbe, merkuur

κροατικά
živa

ισλανδικά
kvikasilfur, Mercury, kvikasilfurs, Merkúr, Merkúríus

λιθουανικά
gyvsidabris, merkurijus

λετονικά
dzīvsudrabs

σλαβομακεδονικά
жива, живата, на жива, на живата

ρουμανικά
mercur

σλοβενικά
merkur

σλοβακικά
ortuť, ortuti

Στατιστικά δημοτικότητας: υδράργυρος

Τυχαίες λέξεις