Λέξη: σχάρα

Σχετικές λέξεις: σχάρα

σχάρα ποδηλάτων, σχάρα καλαμάκι, σχάρα αποφυγής αναφλέξεων, σχάρα ποδηλάτου για αυτοκίνητο, σχάρα βουλιαγμένη, σχάρα οροφής, σχάρα αυτοκινήτου οροφής, σχάρα αυτοκινήτου, σχάρα (λ. ποσειδώνος 15 βουλιαγμένη, σχάρα παρατήρησης

Συνώνυμα: σχάρα

ράφι, σχάρα, παχνί, κρεμαστάρι, φάτνη, σκάρα, κιγκλίδωμα, εσχάρα, γήπεδο αμερικάνικου ποδόσφαιρου, γήπεδο ποδόσφαιρας, γήπεδο ράγκμπυ, καυγατζής, ορνίθιο της σχάρας

Μεταφράσεις: σχάρα

αγγλικά
gridiron, rack, grid, grill


ισπανικά
estante, verja, parrilla, percha, rejilla, ...

γερμανικά
foltern, gitter, ständer, rost, bratrost, ...

γαλλικά
supporter, martyriser, herse, grillage, papillons, ...

ιταλικά
gratella, graticola, tormentare, grata, inferriata, ...

πορτογαλικά
cancela, cinzento, sofrer, desprazer, grade

ολλανδικά
hek, rek, afrastering, traliehek, rooster

ρωσικά
сетка, мучение, штатив, разорение, поджаривать, ...

νορβηγικά
stativ, rist, reol, hylle, gitter

σουηδικά
grill

φινλανδικά
hila, hiostaa, piinapenkki, kehys, korventaa, ...

δανικά
rack, reol, stativ

τσεχικά
mřížoví, ozubnice, věšák, přihrádka, trpět, ...

πολωνικά
zębatka, przypiekać, zgryzota, krata, torturować, ...

ουγγρικά
poggyásztartó, rács, áramhálózat, jászolrács, fogasléc, ...

τούρκικα
ızgara

ουκρανικά
електромережа, електромережу, расисти, ґрати, сітка, ...

αλβανικά
skarë

βουλγαρικά
стойка, решетка

λευκορωσικά
стойка

εσθονικά
röstimisrest, traav, ribi, rest, kanduma, ...

κροατικά
roštilj, rešetka, zupčanica, iscrpljivati, rešetki, ...

ισλανδικά
rekki

λιθουανικά
stovas, stovo, stelažas, rack, krumpliniai

λετονικά
režģis

σλαβομακεδονικά
решетката, багажник, rack, стој, преградата

ρουμανικά
grilaj, chinui, portbagaj, grătar

σλοβενικά
police

σλοβακικά
police, gril, grilovať

Στατιστικά δημοτικότητας: σχάρα

Τυχαίες λέξεις