Λέξη: κακεντρέχεια

Σχετικές λέξεις: κακεντρέχεια

κακεντρέχεια ετυμολογια, κακεντρέχεια συνωνυμα, κακεντρέχεια λεξικο

Συνώνυμα: κακεντρέχεια

κακεντρέχεια, κακία, μοχθηρία, μνησικακία, χαιρεκακία, κακοήθεια, πείσμα

Μεταφράσεις: κακεντρέχεια

αγγλικά
animosity


ισπανικά
malicia, maldad, la malicia, de maldad

γερμανικά
feindlichkeit, feindseligkeit

γαλλικά
haine, animadversion, animosité, aversion, hostilité, ...

ιταλικά
animosità

πορτογαλικά
malícia, maldade, maliciousness, malignidade, da malícia

ολλανδικά
kwaadaardigheid, maliciousness, boosaardigheid, boosheid, kwaadheid

ρωσικά
враждебность, злоба, вражда, неприязнь

νορβηγικά
fiendskap

σουηδικά
maliciousness, ondska, är skadlig, elakhet, och ondska

φινλανδικά
maliciousness, häijyyttä, pahuutta

δανικά
ondskab, maliciousness, ondsindede, ondskabsfuldhed, Slethed

τσεχικά
nepřátelství, nenávist, zaujatost, animozita, odpor, ...

πολωνικά
animozja, uraza, niechęć

ουγγρικά
maliciousness, rosszasággal, rosszindulata, rosszindulat

τούρκικα
düşmanlık

ουκρανικά
ворожість, злоба

αλβανικά
ligësi

βουλγαρικά
злоба, омраза

λευκορωσικά
зламыснага, зламысны, зламысных, зламысныя, зламысным

εσθονικά
vaenulikkus

κροατικά
zloba, neprijateljstvo, mržnja

ισλανδικά
maliciousness

λιθουανικά
pridengia

λετονικά
maliciousness, slēpšanai

σλαβομακεδονικά
злоба

ρουμανικά
animozitate

σλοβενικά
maliciousness

σλοβακικά
animozita

Τυχαίες λέξεις