Λέξη: κατευνάζω

Σχετικές λέξεις: κατευνάζω

κατευνάζω τα πνεύματα, κατευθύνω συνωνυμο, κατευθύνω βικιλεξικο, κατευνάζω συνώνυμα, κατευνάζω αντωνυμο

Συνώνυμα: κατευνάζω

καθησυχάζω, ξεθυμώνω, κατευνάζω, ανακουφίζω, ησυχάζω, μετριάζω, συνδιαλλάττω, συμφιλιώνω, συμβιβάζω, μαλάσσω

Μεταφράσεις: κατευνάζω

αγγλικά
allay, assuage, appease, salve


ισπανικά
sosegar, aquietar, salvar, apaciguar, ahorrar, ...

γερμανικά
retten, salbe, balsam, schützen

γαλλικά
calmer, atténuer, émousser, épargner, étioler, ...

ιταλικά
pomata, salvare, contentare, pacificare, unguento, ...

πορτογαλικά
economizar, salvar, bálsamo

ολλανδικά
besparen, behouden, uitzuinigen, uitwinnen, bewaren, ...

ρωσικά
ослаблять, ублажать, облегчать, врачевать, избавлять, ...

νορβηγικά
berge, redde, balsam, salve

σουηδικά
bärga, blidka, lindra

φινλανδικά
tyynnyttää, pelastaa, lepyttää, varjella, sammuttaa, ...

δανικά
balsam, salve

τσεχικά
zachraňovat, zmírnit, mast, zachránit, utlumit, ...

πολωνικά
zaspokoić, maść, uspokoić, ukajać, osłabić, ...

ουγγρικά
enyh

τούρκικα
kurtarmak, merhem

ουκρανικά
зменшувати, заспокоювати, послаблювати, заспокоїти, полегшувати, ...

αλβανικά
qetësoj, qetësuar, qetësues, i jap qetësues, jap qetësues

βουλγαρικά
облегната

λευκορωσικά
супакойваць, сцішваць, суцяшаць, загаманіла

εσθονικά
lepitama, leevendama, vaigistama

κροατικά
umiriti, smanjiti, zdravo, izbrisati, smiriti, ...

ισλανδικά
sefa

λατινικά
sedo, unguentum, placo

λιθουανικά
balzamas, tepalas

λετονικά
remdinājums, mierinājums, ziede

σλαβομακεδονικά
балсамот

ρουμανικά
balsam

σλοβενικά
pomirim, Stišati

σλοβακικά
upokojiť, ukľudniť

Τυχαίες λέξεις