Λέξη: μείωση

Σχετικές λέξεις: μείωση

μείωση μισθώματος, μείωση χοληστερόλης, μείωση τριχοφυΐας, μείωση εισφορών, μείωση τιμής φυσικού αερίου, μείωση εργοδοτικών εισφορών 2014, μείωση ενοικίου, μείωση ασφαλιστικών εισφορών, μείωση συντάξεων, μείωση εισφορών ικα, μείωση μισθών

Συνώνυμα: μείωση

μείωση, αναγωγή, ελάττωση, έκπτωση, μετατροπή, υποβίβαση, ύφεση, χαλάρωση, πτώση, κάμψη, καταπράυνση, μετρίαση, υποτίμηση, υποτιμητική έκθεση, υποτιμητική ομιλία, ζημιά, εξάντληση, κένωση, άδειασμα, ελάττωση εμπορευμάτων, δυσφήμιση, προσβολή, εκπεσμός, αλλοίωση, χειροτέρευση, συρρίκνωση, συστολή, ζάρωμα

Μεταφράσεις: μείωση

αγγλικά
decrease, reduction, abatement, discount


ισπανικά
menguar, rebaja, bajar, disminución, descuento, ...

γερμανικά
disagio, abnehmen, skonto, rückgang, abnahme, ...

γαλλικά
abattement, décroissent, diminution, décroissez, rabais, ...

ιταλικά
abbuono, ribasso, detrazione, ridurre, riduzione, ...

πορτογαλικά
rebater, descontinuar, desconto, abaixar, decrescer, ...

ολλανδικά
inkorten, daling, dalen, afslaan, reductie, ...

ρωσικά
ослабление, уменьшать, снизиться, передел, сокращение, ...

νορβηγικά
rabatt, redusere, reduksjon, nedsettelse, nedgang

σουηδικά
rabatt, minska, avtagande, reduktion

φινλανδικά
alentaa, aleneminen, helpotus, pienennys, väheneminen, ...

δανικά
reduktion, nedsættelse, nedbringelse, reduktion af, reduktionen

τσεχικά
úbytek, eskontovat, přeměna, diskont, skonto, ...

πολωνικά
ubytek, obalenie, depresja, obniżka, spadać, ...

ουγγρικά
csökkentés, leszámítolás, kedvezmény

τούρκικα
sadeleştirme, azalma, basitleştirme, azaltmak

ουκρανικά
знизитись, ослаблення, зменшування, знижка, дисконтний, ...

αλβανικά
reduktim, ulje, zvogëlim, reduktimi, zvogëlimi

βουλγαρικά
намаление, намаляване, намаляване на, редукция, намаляването на

λευκορωσικά
скарачэнне

εσθονικά
hinnaalandus, vähenemine, kahanema, vähenema, leevenemine, ...

κροατικά
sniženje, ukidanje, umanjiti, popust, pad, ...

ισλανδικά
afsláttur, afföll

λατινικά
decessio

λιθουανικά
sumažinti

λετονικά
samazināšana, samazinājums, samazinājumu, samazināšanu, samazināšanās

σλαβομακεδονικά
намалување, намалување на, намалувањето, за намалување на, за намалување

ρουμανικά
reducere, simplificare

σλοβενικά
vpad, popust, zmanjšati, diskontní, zrušení

σλοβακικά
zastavení, diskontní, pokles, eskont, zmenšení, ...

Στατιστικά δημοτικότητας: μείωση

Τυχαίες λέξεις