Λέξη: μόρτης

Σχετικές λέξεις: μόρτης

μόρτησ ετυμολογία, slang μόρτης, ο μόρτης

Συνώνυμα: μόρτης

μόρτης, παλιόπαιδο, παλιάνθρωπος

Μεταφράσεις: μόρτης

αγγλικά
rascal, bum, tramp


ισπανικά
bergante, posaderas, vagabundo, polizón, bribón, ...

γερμανικά
boden, scheißkerl, gammler, lausig, schuft, ...

γαλλικά
postérieur, clochard, canaille, fripon, gueusard, ...

ιταλικά
mariolo, barbone, deretano, vagabondo, briccone, ...

πορτογαλικά
biltre, canalha, traste

ολλανδικά
ploert, loeder, schoelje, landloper, schoft, ...

ρωσικά
топот, босяк, проходимец, подлец, зад, ...

νορβηγικά
fant, omstreifer, rumpe, skurk, landstryker, ...

σουηδικά
skurk

φινλανδικά
kehno, vätys, nulikka, renttu, maankiertäjä, ...

δανικά
rumpe, bagdel, ende

τσεχικά
pochodovat, zadnice, vandrák, ničema, vagabund, ...

πολωνικά
wisus, tramp, wędrować, łotr, zadek, ...

ουγγρικά
csirkefogó, far, tropa, vasalás, lábdobogás, ...

τούρκικα
dip

ουκρανικά
рідкісність, рідкість, мандрувати, волочитися, бродяга, ...

αλβανικά
çapkën

βουλγαρικά
бродяга

λευκορωσικά
адзаду

εσθονικά
libu, närune, kelm, kaltsakas, tagumik, ...

κροατικά
lutalica, guzica, hulja, lupež, skitnica, ...

ισλανδικά
aumingi

λιθουανικά
užpakalis, niekšas

λετονικά
sēžamvieta, dibens, blēdis, nelietis, pakaļpuse, ...

σλαβομακεδονικά
rascally

ρουμανικά
fund, vagabond, pungaş

σλοβενικά
zadnjica, zadek, vlačuga

σλοβακικά
uličník, tulák, flákač, zadok, mizerný, ...

Τυχαίες λέξεις