Λέξη: οστρακοειδή

Σχετικές λέξεις: οστρακοειδή

δίθυρα οστρακοειδή, οστρακοειδή και εγκυμοσύνη, οστρακοειδή στρείδια, κοχύλια οστρακοειδή, οστρακοειδή translation, οστρακοειδή με σάλτσα μουστάρδας, οστρακοειδή βικιπαίδεια

Μεταφράσεις: οστρακοειδή

αγγλικά
shellfish


ισπανικά
marisco, concha

γερμανικά
muschel, schellfisch, schalentier

γαλλικά
mollusque, coquillages

ιταλικά
mollusco, molluschi, crostacei, frutti di mare, molluschicoltura

πορτογαλικά
marisco, moluscos, mariscos, crustáceos, molusco

ολλανδικά
schelpdier, schaaldier, schelpdieren, schaaldieren, shellfish

ρωσικά
моллюск, ракообразное

νορβηγικά
skalldyr

σουηδικά
skaldjur

φινλανδικά
äyriäinen, äyriäisten, simpukoiden, äyriäisiä, äyriäiset

δανικά
skaldyr

τσεχικά
měkkýš

πολωνικά
małż, skorupiak, mięczak

ουγγρικά
rákfélék, kagylók

τούρκικα
kabuklu deniz hayvanı, kabuklu deniz hayvanları, kabuklu deniz ürünleri, kabuklu deniz, kerevitler

ουκρανικά
молюск, молюска

αλβανικά
butak, butakët, molusqe, gocë deti

βουλγαρικά
черупчести, миди, ракообразните, черупкови организми

λευκορωσικά
малюск

εσθονικά
karp, koorikloom

κροατικά
ljuskar

ισλανδικά
skelfiskur, skelfisk, skelfiski, Rækja, Skelfisksúpa

λιθουανικά
moliuskas

λετονικά
vēžveidīgais

σλαβομακεδονικά
школки, школките и раковите, морски плодови, школкари, школките

ρουμανικά
moluscă

σλοβενικά
lupinarji, lupinarjev, lupinarjih, shellfish

σλοβακικά
korýt

Τυχαίες λέξεις