Λέξη: πίεση

Σχετικές λέξεις: πίεση

πίεση στα αυτιά, πίεση παλμού, πίεση στα μάτια, πίεση ματιών, πίεση συνώνυμα, πίεση συμπτώματα, πίεση ατμόσφαιρας, πίεση στο κεφάλι, πίεση ελαστικών, πίεση και εγκυμοσύνη, αρτηριακή πίεση, χαμηλή πίεση, υψηλή πίεση

Συνώνυμα: πίεση

τύπος, πιεστήριο, πρέσα, τύπος εφημερίδες, φύλλο εφημερίδας, στρες, άγχος, έμφαση, ζόρι, ένταση, εξαναγκασμός, στύψιμο, καταναγκασμός, αναγκασμός

Μεταφράσεις: πίεση

πίεση στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
pressure, stress, press, pressure of, a pressure

πίεση στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
empuje, presión, la presión, de presión, presión de, presiones

πίεση στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
druck, dringlichkeit, erpressen, pressen, Druck, Drucks

πίεση στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
contrainte, compression, instances, pressage, pression, forcing*, oppression, instance, la pression, pressions, une pression, de pression

πίεση στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
pressione, di pressione, la pressione, pressione di, della pressione

πίεση στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
pressionar, pressão, apinhar, prensagem, de pressão, a pressão, pressão de, da pressão

πίεση στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
druk, pressie, drang, persen, knel, de druk, onder druk, druk van, spanning

πίεση στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
нажим, нажатие, стесненность, гнет, натиск, сжатие, отпечаток, давление, прессование, стискивание, напор, воздействие, давления, давлением, давлении

πίεση στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
press, trykk, trykket

πίεση στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
press, tryck, trycket

πίεση στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
painostaa, puristaminen, penätä, patistaa, hätä, kiireellinen, ahdistaa, puristava, paine, paineen, paineessa, painetta, paineita

πίεση στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
tryk, pres, trykket, presset

πίεση στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
lisování, tíseň, stisk, nucení, nátlak, tlak, stlačení, útisk, tlaku, tlakové, tlaková, tlakem

πίεση στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
ucisk, przycisk, nacisk, gniecenie, napór, prężność, ciśnięcie, ciśnienie, presja, natłok, parcie, ugniatanie, ciśnienia, ciśnieniem

πίεση στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
nyomás, nyomáson, nyomást, nyomását, nyomású

πίεση στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
basınç, baskı, basıncı, basınçlı, basınca

πίεση στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
журналісти, тиск

πίεση στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
presion, presioni, presion të, presionit të, presioni i

πίεση στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
налягане, давление, натиск, налягането, под налягане

πίεση στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
ціск, націск

πίεση στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
surve, rõhk, rõhu, survet, pressure

πίεση στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
tlak, nevolja, navala, napon, gnječenje, stiska, pritisak, tlaka, pritiska, tlakom

πίεση στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
þrýsting, þrýstingur, þrýstingi, þrýstingurinn, blóðþrýstingur

πίεση στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
slėgis, spaudimas, slėgio, spaudimo, slėgį

πίεση στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
spiediens, spiediena, spiedienu, spiedienam

πίεση στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
притисок, под притисок, притисокот, на притисокот, притисок на

πίεση στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
presiune, presiunea, presiunii, de presiune, presiuni

πίεση στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
tlak, tlačení, pritisk, tlaka, pritiska

πίεση στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
tlačení, nátlak, tlak, tlaku, tlakom

Στατιστικά δημοτικότητας: πίεση

Τυχαίες λέξεις