Λέξη: πλαισιώνω

Σχετικές λέξεις: πλαισιώνω

πλαισιώνω συνώνυμο, πλαισιώνω στα αγγλικά, πλαισιώνω συνώνυμα, πλαισιώνω μετάφραση, πλαισιώνω in english

Συνώνυμα: πλαισιώνω

σχεδιάζω, σχηματίζω, πλαισιώ, πλαισιώνω, κορνιζάρω, ραδιουργώ

Μεταφράσεις: πλαισιώνω

αγγλικά
surround, frame


ισπανικά
bastidor, circundar, marco, armazón, estructura, ...

γερμανικά
gerüst, rasterbild, umwelt, rahmen, spant, ...

γαλλικά
monture, formuler, entourez, échafaud, former, ...

ιταλικά
telaio, formare, circondare, ossatura, attorniare, ...

πορτογαλικά
cerque, meio, esqueleto, perfumado, quadro, ...

ολλανδικά
lijst, inlijsten, vatten, insluiten, medium, ...

ρωσικά
окружение, строение, оцеплять, обрамление, воздвижение, ...

νορβηγικά
skjelett, karm, omgi, beinrangel, ramme

σουηδικά
ram, karm, skelett, omringa

φινλανδικά
kehä, pieli, kehikko, luuranko, ympäröidä, ...

δανικά
omgive, ramme, skelet

τσεχικά
tvořit, sestavení, sestavit, budovat, sestrojit, ...

πολωνικά
okalać, uknuć, obramowanie, ogradzać, ramka, ...

ουγγρικά
gerendázat, filmkocka, rendszer, tartószerkezet

τούρκικα
iskelet, çatı, çerçeve

ουκρανικά
оточення, оточувати, верстат, опока, оточити, ...

αλβανικά
rrethoj

βουλγαρικά
plaisiono

λευκορωσικά
plaisiono

εσθονικά
raamima, keha, ümbruskond, raamistus, ümbritsema

κροατικά
opkoliti, zamisliti, okružiti, blok, skelet, ...

ισλανδικά
plaisiono

λιθουανικά
griaučiai, karkasas, rėmai

λετονικά
ietvars, uzmetums, rāmis, karkass, skelets

σλαβομακεδονικά
plaisiono

ρουμανικά
ram, schelet, conjura, cadru, împrejurimi

σλοβενικά
rám, ogrodje

σλοβακικά
rámec, kostra, rám

Τυχαίες λέξεις