Λέξη: εκκενώνω

Συνώνυμα: εκκενώνω

αδειάζω, εκκενώνω, εκκενώ, ακυρώ, αναχωρώ, ελαφρύνω, εξαντλώ, μειώνω

Μεταφράσεις: εκκενώνω

αγγλικά
vacate, purge, evacuate


ισπανικά
purgar, purga, desocupar, evacuar, depurar, ...

γερμανικά
säuberungsaktion, entschlackung, evakuieren, zurücktreten, resignieren

γαλλικά
vider, évacuent, abandonner, évacuez, dégarnir, ...

ιταλικά
purga, sfollare, evacuare, epurare, purificare, ...

πορτογαλικά
limpar, vago, puro, remoção, evacue, ...

ολλανδικά
reinigen, evacueren, schoonmaken, ontruimen, louteren

ρωσικά
слабительное, освобождать, очищать, чистить, чистка, ...

νορβηγικά
tømme, evakuere

σουηδικά
evakuera

φινλανδικά
poistaa, kitkeä, puhdistus, jättää, evakuoida, ...

δανικά
nedbryder, udtømme, tømme, opbruge, depletere

τσεχικά
uvolnit, ospravedlnit, očištění, odstoupit, odsunout, ...

πολωνικά
zwolnić, oczyszczanie, ewakuować, opróżnić, anulować, ...

ουγγρικά
hashajtó

τούρκικα
boşaltmak

ουκρανικά
ущелина, евакуюватися, скасовувати, евакуйовувати, анулювати, ...

αλβανικά
sos, zbrazë, të zbrazë, shterojnë, t'i zbrazë

βουλγαρικά
чистка

λευκορωσικά
зьнемагаць, высільваць

εσθονικά
vabastama, puhastama, evakueerima, roojama

κροατικά
čišćenje, napustiti, napustite, evakuirati, anulirati, ...

ισλανδικά
tæma, eyðir, að tæma

λιθουανικά
išeikvoti, ardančių, ardo, suardyti, išeikvotas

λετονικά
iztukšot, noārda, tērēt, izsmelt

σλαβομακεδονικά
осиромашуваат, ја осиромашуваат, осиромаши, осиромашува, нарушување

ρουμανικά
evacua

σλοβενικά
opustit, očistit

σλοβακικά
očista, očistiť

Τυχαίες λέξεις