Λέξη: ρόπαλο

Σχετικές λέξεις: ρόπαλο

ρόπαλο του baseball, ρόπαλο μπέιζμπολ, πτυσσόμενο ρόπαλο, βορίδης ρόπαλο, ρόπαλο του ηρακλή, ρόπαλο baseball

Συνώνυμα: ρόπαλο

ρόπαλο, νυχτερίδα, λέσχη, κλαμπ, σύλλογος, μπαστούνι γκολφ, όμιλος, γκλομπ, ράβδος, σκήπτρο, μοσχοκάρυο, στειλιάρι, βραστήρας

Μεταφράσεις: ρόπαλο

αγγλικά
club, bat


ισπανικά
pala, casino, palo, macana, círculo, ...

γερμανικά
flattertiere, fockbaum, klub, schläger, innung, ...

γαλλικά
gourdin, chauve-souris, matraque, club, assommoir, ...

ιταλικά
randello, mazza, club, pipistrello, casino, ...

πορτογαλικά
morcego, bastão, comunidade, clube, sociedade

ολλανδικά
vereniging, gemeenschap, club, maatschappij, genootschap, ...

ρωσικά
палка, моргать, клюшка, било, нетопырь, ...

νορβηγικά
klubbe, klubb, flaggermus, forening

σουηδικά
klubb, klubba

φινλανδικά
kerhohuoneisto, maila, lepakko, patukka, klubi, ...

δανικά
kølle, flagermus, klub

τσεχικά
klub, hůl, spolek, kyj, palice, ...

πολωνικά
nietoperz, zdzielić, dyskoteka, rakietka, palant, ...

ουγγρικά
sulyok, tégladarab, sportegyesület, treff, téglatörmelék, ...

τούρκικα
çomak, yarasa, sopa, kulüp, kurum, ...

ουκρανικά
клуб, кажан, самостійно, темп, приклад, ...

αλβανικά
shkop, lakuriq nate, bat, lakuriqin e natës, natës

βουλγαρικά
клуб, сопа

λευκορωσικά
Лятучая, летучая, лятучыя

εσθονικά
nahkhiir, nui, klubi, kepp

κροατικά
motka, društvo, tref, lokal, klub, ...

ισλανδικά
kylfu, kylfa, leðurblaka, Bat, leðurblakan

λιθουανικά
lazda, vėzdas, klubas, šikšnosparnis

λετονικά
sikspārnis, runga, klubs, nūja

σλαβομακεδονικά
лилјак, Прилеп, лилјакот, лилјаци, палка

ρουμανικά
club, liliac, bâtă

σλοβενικά
bít, palice, klub

σλοβακικά
pálka, bít, palice, klub

Τυχαίες λέξεις