Λέξη: σπιθαμή

Σχετικές λέξεις: σπιθαμή

μια σπιθαμή, σπιθαμή μονάδα μέτρησησ, σπιθαμή προς σπιθαμή, σπιθαμή ή σπιθαμή, σπιθαμή λεξικό

Συνώνυμα: σπιθαμή

πιθαμή, σπιθαμή, καμάρα, μεταξύ δύο στηριγμάτων έκταση, διαστήλιο, ζεύγος

Μεταφράσεις: σπιθαμή

αγγλικά
span


ισπανικά
palmo

γερμανικά
spanne, paar, drehen, bereich, brücke

γαλλικά
enserrer, volume, pont, paire, enlacer, ...

ιταλικά
spanna, campata

πορτογαλικά
pontes, par, casal, ponte, espanha, ...

ολλανδικά
stelletje, stel, duo, span, brug, ...

ρωσικά
промежуток, пролет, диапазон, штаг-корнак, пара, ...

νορβηγικά
spann

σουηδικά
span, spännvidd, spann, spänn

φινλανδικά
pari, vaaksa, silta, jänneväli

δανικά
span, spændvidde, spænd, tidsrum, spænder

τσεχικά
rozsah, obsáhnout, překlenout, obepnout, oblouk, ...

πολωνικά
przęsło, rozpiętość, długość, zakres, zasięg, ...

ουγγρικά
szárnytávolság, ívnyílás, arasz, fesztáv

τούρκικα
köprü

ουκρανικά
перекривати, п'ядь, простиратися, охоплювати

αλβανικά
ura

βουλγαρικά
миг, мост

λευκορωσικά
мост

εσθονικά
vahe, span, võrdlusgaasi, ajavahemiku, võrdlusgaas

κροατικά
ispružiti, raspona, opseg, trenutak, luka, ...

ισλανδικά
span, haf

λιθουανικά
tiltas

λετονικά
tilts

σλαβομακεδονικά
век, span, распон на, распон, временски

ρουμανικά
pereche

σλοβενικά
span, razpon, doba, kalibrirni, kalibrirnega

σλοβακικά
rozpätie, rozpätia, rozpätí, rozpätie Výrobca, marže

Τυχαίες λέξεις