Λέξη: στενά

Σχετικές λέξεις: στενά

στενά του ορμούζ, στενά του μαγγελάνου, στενά του κερτς, στενά παντελόνια, στενά της μάγχης, στενά παπούτσια, στενά της μάλακα, στενά της μάλακα χαρτης, στενά νέστου, στενά του μάλακα

Συνώνυμα: στενά

στενά, προσεκτικά, μόλις, επισταμένως

Μεταφράσεις: στενά

αγγλικά
pass


ισπανικά
transcurrir, alargar, entregar, votar, adelantar, ...

γερμανικά
übersteigen, wurf, kommunizieren, sterben, ausweis, ...

γαλλικά
détroit, défilé, traverser, excéder, lancement, ...

ιταλικά
trascorrere, passaggio, lasciapassare, superare, passare, ...

πορτογαλικά
vir, volver, passagem, partido, passar

ολλανδικά
overgaan, inhalen, verlopen, passeren, aanreiken, ...

ρωσικά
пасс, опережать, проноситься, проносить, пропускать, ...

νορβηγικά
passere, passerseddel

σουηδικά
förflyta, räcka

φινλανδικά
ohittaa, kulua, käydä, ojentaa, mennä ohi, ...

δανικά
tæt, nøje, nært, tæt sammen, snævert

τσεχικά
pominout, přejíždět, překračovat, zemřít, plynout, ...

πολωνικά
minięcie, przekazywać, przesuw, podawać, przekraczać, ...

ουγγρικά
passzolás, kézmozdulat, engedély, levizsgázás, hengerüreg, ...

τούρκικα
olmak

ουκρανικά
перетинати, минути, обганяти, перепустка

αλβανικά
kaloj, qafë

βουλγαρικά
проход

λευκορωσικά
прыходзiць, прыстань, адбыцца

εσθονικά
sööt

κροατικά
dodavanje, probaviti, minuti

ισλανδικά
framhjá, ganga, fara

λατινικά
obduco

λιθουανικά
glaudžiai, atidžiai, artimai, glaudžiau, aktyviai

λετονικά
notikt

σλαβομακεδονικά
тесно, внимателно, поблиску, тесна, внимателно да

ρουμανικά
trece

σλοβενικά
podání

σλοβακικά
úzko, úzkej, v úzkej, je úzko, úzku

Στατιστικά δημοτικότητας: στενά

Τυχαίες λέξεις