Λέξη: χειραγωγία

Σχετικές λέξεις: χειραγωγία

χειραγωγία ορισμός, χειραγωγία στην πνευματική ζωή

Μεταφράσεις: χειραγωγία

αγγλικά
guidance


ισπανικά
consejo, aconsejar, conducta

γερμανικά
orientierungshilfe, beratung, ratschlag, führung, anleitung, ...

γαλλικά
gestion, conduite, direction, conseiller, conseil, ...

ιταλικά
consigliare, consiglio

πορτογαλικά
conselho, aconselhar, persuadir

ολλανδικά
raad, aanraden, advies, raadgeving, adviseren

ρωσικά
совещание, консультация, руководство, совет, обсуждение, ...

νορβηγικά
veiledning, råd

σουηδικά
råd, ledning

φινλανδικά
neuvonta, neuvoa, opastus, eväät

δανικά
manipulator, manipulatoren, manipulatorens, manipulatoren ved

τσεχικά
řízení, vedení, poučení, dozor, rada

πολωνικά
poradnictwo, kierownictwo, kierowanie, porada, informacja, ...

ουγγρικά
tanácsadás

τούρκικα
nasihat, rehberlik, öğüt

ουκρανικά
керівництво

αλβανικά
manipulator, manipulues, manipulatore, dhe manipulues, makinist

βουλγαρικά
манипулатор, манипулаторната, на манипулатор, манипулатор на

λευκορωσικά
маніпулятар, маніпуля-

εσθονικά
nõustamine, abi

κροατικά
rukovođenje, upravljanje, vođenje, smjernice

ισλανδικά
leiðsaga

λιθουανικά
manipuliatorius, manipuliatoriaus, manipulator, manipuliatoriumi

λετονικά
padoms

σλαβομακεδονικά
манипулатор, манипулант, манипулаторот, манипулатор со

ρουμανικά
sfat

σλοβενικά
poučení

σλοβακικά
poučení, dozor

Τυχαίες λέξεις