Λέξη: λυγαριά
Σχετικές λέξεις: λυγαριά
λυγαριά στίχοι, λυγαριά φυτό, λυγαριά αφέψημα, λυγαριά τρικάλων, λυγαριά μου γλυκιά - νότης σφακιανάκης, λυγαριά σερρών, λυγαριά βότανο, λυγαριά ηράκλειο, λυγαριά (vitex agnus castus), λυγαριά ιδιότητες
Συνώνυμα: λυγαριά
λύγος, βέργα λυγαριάς
Μεταφράσεις: λυγαριά
λυγαριά στα αγγλικά
Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
osier, wicker, rods, of wicker
λυγαριά στα ισπανικά
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
mimbre, de mimbre, mimbre de, de mimbre de
λυγαριά στα γερμανικά
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
korbweide, Korb, Weiden, Wicker, Korbweide
λυγαριά στα γαλλικά
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
osier, en osier, rotin, tressée, l'osier
λυγαριά στα ιταλικά
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
di vimini, vimine, vimini, in vimini, wicker
λυγαριά στα πορτογαλικά
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
vime, de vime, verga, wicker
λυγαριά στα ολλανδικά
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
vlechtwerk, teen, tenen, rieten, rijs
λυγαριά στα ρωσικά
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
ива, лоза, ивняк, плетеный, плетеные, плетеная, плетеной, плетеное
λυγαριά στα νορβηγικά
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
flettet, wicker, kurv, vidje, flettede
λυγαριά στα σουηδικά
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
vide, wicker, korgvide, rotting
λυγαριά στα φινλανδικά
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
paju, kori-, korihuonekalut, koripajua, koripaju-
λυγαριά στα δανικά
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
flet, vidjer, vidje, kurvefletning, vidjeproduktionen
λυγαριά στα τσεχικά
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
vrba, proutěný, proutí, proutěná, proutěné, proutěných
λυγαριά στα πολωνικά
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
łoza, łozina, wiklina, wiklinowy, wikliny, z wikliny, wicker
λυγαριά στα ουγγρικά
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
vesszőfonás, fonott, Wicker, fonott készítmények, fűzfavesszőbő
λυγαριά στα τούρκικα
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
hasır, wicker, rotang, söğüt ağacı, sorgun ağacı
λυγαριά στα ουκρανικά
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
верба, лоза, плетений
λυγαριά στα αλβανικά
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
shportarie, xunkth, thurje, mobilje thurje
λυγαριά στα βουλγαρικά
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
плетена ракита, ракита, плетена, плетени, плетената
λυγαριά στα λευκορωσικά
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
плецены, плеценае
λυγαριά στα εσθονικά
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
paju, korvipaju, vitspaju, vitstest, pajuvitsad, wicker, pilliroost
λυγαριά στα κροατικά
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
ispleten od pruća, Wicker, šiblja, pruća, od pruća
λυγαριά στα ισλανδικά
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
wicker
λυγαριά στα λιθουανικά
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
vytelių, pinti, vytelės, Pinta, gluosnių
λυγαριά στα λετονικά
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
pinamās klūdziņas, pīts, klūgām, pītās, pinumu
λυγαριά στα σλαβομακεδονικά
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
плетен, Wicker, прачки, врба, трски
λυγαριά στα ρουμανικά
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
de răchită, răchită, impletite, rachita, rotang
λυγαριά στα σλοβενικά
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
protja, vrbovega, vrbovega protja, pleteno, iz protja
λυγαριά στα σλοβακικά
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
prútený, prútia, prútené, proutěný