Λέξη: τσιγκούνης

Σχετικές λέξεις: τσιγκούνης

τσιγκούνης συνώνυμα, τσιγκούνης συνώνυμο, δημήτρης τσιγκούνης, τσιγκούνης ιωάννης, τσιγκούνης άντρας, τσιγκούνης μετάφραση στα αγγλικά, τσιγκούνης στα ισπανικα, μιχάλης τσιγκούνης, τσιγκούνης οδοντίατρος, τσιγκούνης αγγλικά

Συνώνυμα: τσιγκούνης

τσιγκούνης, φιλάργυρος, φειδωλός, σφιχτοχέρης

Μεταφράσεις: τσιγκούνης

αγγλικά
skinny, mean, niggard


ισπανικά
flaco, vil, medio, enjuto, promedio, ...

γερμανικά
mager, bedeuten, böse, mittelwert, gemein, ...

γαλλικά
odieux, mesquin, désigner, maigre, marquer, ...

ιταλικά
taccagno, cattivo, avaro, esoso, medio, ...

πορτογαλικά
denotar, refeição, avarento, entender, achar, ...

ολλανδικά
schraal, vrekkig, schraperig, gemiddeld, mager, ...

ρωσικά
норовистый, пакостный, средство, богатство, скупой, ...

νορβηγικά
gjerrig, middel, gjennomsnittlig, bety, lav

σουηδικά
betyda, nedrig, snål, elak

φινλανδικά
viheliäinen, tylsämielinen, saita, kelju, itara, ...

δανικά
betyde, tynd, mene, gennemsnitlig, mager

τσεχικά
střední, průměr, špinavý, nízký, střed, ...

πολωνικά
drański, oznaczać, sknera, gałgański, zamierzać, ...

ουγγρικά
sovány, középút, fösvény, középérték

τούρκικα
orta, cimri, hasis

ουκρανικά
худорлявий, скупий, солодкомовний

αλβανικά
mesatar, mesëm, nënkuptoj

βουλγαρικά
оскъден, скъпернически, стиснат, стиснати, пестете

λευκορωσικά
чуць

εσθονικά
õel, tähendama, kondine

κροατικά
pohlepan, škrt, mršav, mršavko, škrtac

ισλανδικά
meina, ætla

λατινικά
vilis

λιθουανικά
šykštus, menkas, šykštūs, negausus

λετονικά
vidējais

σλαβομακεδονικά
скржавиот, скржава, скржави, скржав, себичен

ρουμανικά
medie, semna, zgârcit

σλοβενικά
Škrt, varčujte, skopari, žaokom, stiskaški

σλοβακικά
znamenať

Τυχαίες λέξεις