Λέξη: σκύλος

Σχετικές λέξεις: σκύλος

σκύλος ο πιο πιστός φίλος του ανθρώπου, σκύλος υπερασπίζεται μωρό που το δέρνει η μάνα του, σκύλος στο όνειρο, σκύλος και γάτα περιοδικό, σκύλος που τρώει σαν άνθρωπος, σκύλος ονειροκρίτης, σκύλος στα αρχαία, σκύλος και εγκυμοσύνη, σκύλος παθαίνει πανικό όταν ο ιδιοκτήτης του κρύβεται κάτω από το νερό, σκύλος ράτσες, ο σκύλος, γκέκας σκύλος

Συνώνυμα: σκύλος

σκυλί, κύων, παληόπαιδο

Μεταφράσεις: σκύλος

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
dog, hound, pooch, dog is, a dog
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
perro, can, acosar, del perro, perro de, perros, de perro
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
laufhund, verfolgen, hund, jagdhund, auflagebock, jagen, scheißkerl, bock, Hund, Hunde, ...
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
pourchasser, canin, poursuivre, braque, molosse, chien, traquer, chiens, dog, chien de, ...
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
bracco, cane, braccare, inseguire, segugio, dog, del cane, cani, cane di
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
animal, original, cachorro, cão, cães, do cão, cão de, dog
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
hond, dog, honden, de hond, hond van
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
кобель, пес, собака, пёс, гвоздодер, собачка, свора, затравить, выжлец, гончая, ...
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
jage, hund, bikkje, hunden, dog, hunde, hundens
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
hund, hunden, förfölja, förföljer
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
jahdata, salpa, vainuta, koira, ajaa, haka, haukku, koiras, koiran, dog, ...
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
hund, hunden, hunde, dog
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
štvát, honit, ohař, pronásledovat, pes, pensiony pes, psa, psík, dog
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
pies, zapadka, ścigać, zderzak, tropić, zabierak, ogar, miłośnik, zaczep, podjudzać, ...
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
vadászkutya, padszolga, tuskóbak, nyargaló, vaskapocs, fickó, jártató, esztergaszív, hím, kutya, ...
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
köpek, dog, köpeği, bir köpek, köpeğin
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
пес, підбурювати, собака
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
zagar, qen, qeni, qen i, qeni i, qen të
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
куче, хрътка, кучето, кучета, кучешка
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
сабака, собака
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
jahikoer, peni, püüdma, kolderest, hagijas, koer, koera, koerale, Koerte, Dog
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
pas, psa, paketi, Dog, Pasmine
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
hundur, hundurinn, hundinn, hund
Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
canis
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
šuo, vytis, Šunų, šuns, dog, šunį
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
vajāt, suns, Suņa, suņu, dog, sunim
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
куче, кучето, кучиња, пес
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
câine, caine, câinele, de câine, cainele
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
šivat, pes, dog, psa, psov
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
pes, psa, dog

Στατιστικά δημοτικότητας: σκύλος

Τυχαίες λέξεις