Λέξη: ψαλιδίζω

Συνώνυμα: ψαλιδίζω

ψαλιδίζω, απόκομα

Μεταφράσεις: ψαλιδίζω

αγγλικά
clip, trim


ισπανικά
cortar, recortar

γερμανικά
clipschelle, schur, schelle, aufspannplatte, vermindern, ...

γαλλικά
châtier, soigné, réduire, rajuster, clip, ...

ιταλικά
fermaglio, tagliare, potare, ordinare

πορτογαλικά
reduzir, diminuir, grampo, podar, guarnição, ...

ολλανδικά
inkrimpen, beslaan, verminderen, snoeien, zetten, ...

ρωσικά
украсить, подрезать, аккуратный, скрепка, вырезать, ...

νορβηγικά
klemme, klippe

σουηδικά
skärmklipp, klipp, snip, snopp

φινλανδικά
solki, halventaa, vähentää, siisti, oksia, ...

δανικά
klippe

τσεχικά
oříznout, sepnout, štípat, upravený, zdobit, ...

πολωνικά
klips, przystrajać, uporządkować, wymuskać, wygładzać, ...

ουγγρικά
szorítóbilincs, nyakleves, állapot, birkanyírás, juhnyírás, ...

τούρκικα
azaltmak

ουκρανικά
прикрашати, готовність, скорочувати, ковтати, затискач, ...

αλβανικά
prerje, mostër, copë, e prerë, pres

βουλγαρικά
изгодна сделка, парченце, кьораво, обрязвам, клъцване

λευκορωσικά
абцугi

εσθονικά
klemm, ripats, klipp

κροατικά
šišanje, kicoški, karika, spojnica, odsjeći, ...

ισλανδικά
Snip

λιθουανικά
kirpti

λετονικά
grieziens, griezt, drēbnieks, Snip, Nogriezt

σλαβομακεδονικά
парченце

ρουμανικά
croitor, Snip, Foarfecă, Decupați, bucată tăiată cu foarfeca

σλοβενικά
snip, Zrezek

σλοβακικά
sponka

Τυχαίες λέξεις