Λέξη: όρθιος

Σχετικές λέξεις: όρθιος

όρθιος αργαλειός, κάθομαι όρθιος, όρθιος άνθρωπος, όρθιος διαδηλωτής, όρθιοσ και μόνοσ σαν και πρώτα περιμένω, ζαλάδα όρθιος, όρθιος ο μηχανοδηγός, όρθιος καταψύκτης, όρθιος νόμος, κοιμάμαι όρθιος

Συνώνυμα: όρθιος

όρθιος

Μεταφράσεις: όρθιος

αγγλικά
upright, standing


ισπανικά
posición, situación, íntegro, perpendicular, derecho, ...

γερμανικά
vertikal, senkrecht, leumund, stehend, stramm, ...

γαλλικά
verticalement, persistance, perpendiculaire, vertical, droite, ...

ιταλικά
diritto, grado, posizione, verticale, perpendicolare, ...

πορτογαλικά
vertical, ereta, na posição vertical, posição vertical, na vertical

ολλανδικά
rechtop, rang, recht, verticaal, positie

ρωσικά
стоящий, пианино, неподвижный, стаж, стан, ...

νορβηγικά
rank, stilling, rak, rettskaffen, rett

σουηδικά
rak, lodrät, renhårig, ställning

φινλανδικά
asento, pysty, asema, tinkimätön, pystyssä, ...

δανικά
oprejst, opretstående, lodret, opret, stående

τσεχικά
kolmo, přímý, počestný, rovný, zpříma, ...

πολωνικά
stały, prostolinijny, wyprostowany, stanie, obowiązujący, ...

ουγγρικά
parkolás, támasztóoszlop, maradandó, álló, állomásozás, ...

τούρκικα
dikey, dik, dürüst

ουκρανικά
стояння, тривалість, стаціонарний, знаходження

αλβανικά
përhershëm

βουλγαρικά
изправено, изправен, изправено положение, в изправено положение, прав

λευκορωσικά
вертыкальна

εσθονικά
seisus, sirgeseljaline, staatus, aus, püstine

κροατικά
regularan, ustaljen, stanovište, ravno, položaj, ...

ισλανδικά
uppréttur, upprétt, uppréttri stöðu, uppréttu, í uppréttri stöðu

λατινικά
probus, pius, rectus

λιθουανικά
vertikaliai, stačiai, tiesiai, vertikalioje padėtyje, doras

λετονικά
krietns, taisns, taisnīgs, stāvus, upright

σλαβομακεδονικά
исправено, исправена, исправен, праведните, исправени

ρουμανικά
vertical, drept

σλοβενικά
pokonci, pokončno, vzravnano, upright, v pokončnem položaju

σλοβακικά
poctivý, postavení, čestný

Τυχαίες λέξεις