Λέξη: άμεσος

Σχετικές λέξεις: άμεσος

άμεσος δράση, άμεσοσ coombs, άμεσοσ φωτισμόσ, άμεσος στα αγγλικά, άμεσος συνεργός, άμεσος ψεκασμός, άμεσος δόλος, άμεσος χολερυθρίνη, άμεσος συνώνυμα, άμεσος ανοσοφθορισμός

Συνώνυμα: άμεσος

απευθείας, ευθύς, άμεσος, ειλικρινής, πλησιέστερος, παρών, επείγων, εγγύτατος, πλησιέστατος

Μεταφράσεις: άμεσος

αγγλικά
urgent


ισπανικά
perentorio, apremiante, urgente

γερμανικά
vorrangig, dringend, zwingend, vordringlich

γαλλικά
instant, assidu, diligent, appliqué, laborieux, ...

ιταλικά
impellente, incalzante, urgente

πορτογαλικά
urgir, instar, urgente

ολλανδικά
spoedeisend, brandend, dringend, urgent

ρωσικά
первоочередной, настоятельный, вздымающийся, безотлагательный, упорный, ...

νορβηγικά
direkte, med direkte, telefon med direkte

σουηδικά
brådskande, angelägen

φινλανδικά
kiireellinen, hätäinen

δανικά
direkte, umiddelbart, en direkte, den direkte

τσεχικά
nutkavý, nutný, akutní, neodkladný, naléhavý, ...

πολωνικά
nagły, pilny, usilny, naglący

ουγγρικά
közvetlen, közvetlenül, direkt, a közvetlen, egyenes

τούρκικα
direkt, doğrudan, direk, doğrudan bir

ουκρανικά
нагальний, заповзятий, наполегливий, настирливий

αλβανικά
i drejtpërdrejtë, direkt, drejtpërdrejtë, të drejtpërdrejtë, direkte

βουλγαρικά
директен, пряк, директно, пряка, директна

λευκορωσικά
прамы, прамой

εσθονικά
edasilükkamatu, kiire

κροατικά
hitan, nasrtljiv, urgentan, nužan, nametljiv

ισλανδικά
áríðandi

λιθουανικά
skubus

λετονικά
neatliekams, steidzams

σλαβομακεδονικά
директно, директна, директен, директни, директните

ρουμανικά
urgent

σλοβενικά
nujno, nujen

σλοβακικά
urgentní

Τυχαίες λέξεις