Λέξη: έθιμο

Σχετικές λέξεις: έθιμο

έθιμο της αγάπης, έθιμο του «κουκουμά» στη σύμη, έθιμο του μάρτη, έθιμο μάρτης, έθιμο χαρταετού, έθιμο που τελείται στο χωριό αγάπη της τήνου την τελευταία κυριακή της αποκριάς, έθιμο κλήδονα, έθιμο κόκκινα αυγά, έθιμο λαζάρου, έθιμο πρωτομαγιάς

Συνώνυμα: έθιμο

έθιμο, συνήθεια, έθος, πρακτική, πράξη, άσκηση, εξάσκηση, χρήση

Μεταφράσεις: έθιμο

αγγλικά
custom


ισπανικά
uso, costumbre, aduana, parroquia, hábito

γερμανικά
gewohnheit, brauchtum, sitte, zollerhebung, zoll, ...

γαλλικά
moralité, clientèle, achalandage, douane, usage, ...

ιταλικά
costume, usanza, consuetudine, dogana, uso, ...

πορτογαλικά
amortecer, alfândega, hábito, uso, aduana, ...

ολλανδικά
gebruik, usance, zede, douane, gewoonte

ρωσικά
норов, обиход, приспособленный, обычай, привычка, ...

νορβηγικά
bruk, sedvane, toll, skikk

σουηδικά
sedvänja, sed

φινλανδικά
tapa, käytäntö, tulli, tottumus

δανικά
brug, sædvane, skik, told

τσεχικά
obyčej, uzance, zákazníci, návyk, clo, ...

πολωνικά
obyczaj, własny, niestandardowy, zwyczaj, obrzęd, ...

ουγγρικά
vásárlóközönség

τούρκικα
gelenek, alışkanlık

ουκρανικά
клієнтура, пристосувати, пристосований, митний

αλβανικά
zakon, adet

βουλγαρικά
обичай

λευκορωσικά
мытнiца

εσθονικά
toll, komme, tava

κροατικά
carinski, pritvor, prilagođen, straža, skrb, ...

ισλανδικά
vandi

λατινικά
mos

λιθουανικά
muitas, paprotys

λετονικά
paradums, paraža

σλαβομακεδονικά
обичај, сопствени, обичајот, сопствен, на сопствени

ρουμανικά
obicei

σλοβενικά
navada

σλοβακικά
zvyk, mrav

Στατιστικά δημοτικότητας: έθιμο

Τυχαίες λέξεις