Λέξη: έθνος
Σχετικές λέξεις: έθνος
έθνος παιδεία, έθνος εργασία, εθνος συντάξεις, έθνος και θεσμοί στα χρόνια της τουρκοκρατίας, έθνος της κυριακής, έθνος gr, έθνος κυνήγι, έθνος καζαντζάκης, έθνος ανάδελφον, έθνος επικοινωνία, το έθνος, εφημερίδα έθνος, έθνος κυριακής, βήμα
Συνώνυμα: έθνος
φυλή, αγώνας, αγώνας δρόμου, αγών δρόμου, δρόμος
Μεταφράσεις: έθνος
έθνος στα αγγλικά
Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
nation, the nation, a nation, nation of
έθνος στα ισπανικά
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
nación, pueblo, país, nacional, la nación, naciones
έθνος στα γερμανικά
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
staat, volk, nation, Nation, Volk, National, Land, Landes
έθνος στα γαλλικά
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
nation, peuple, pays, la nation, nation la
έθνος στα ιταλικά
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
popolo, nazione, paese, nazionale, nazioni
έθνος στα πορτογαλικά
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
sujo, gente, nação, povo, mau, país, nacional, nações
έθνος στα ολλανδικά
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
volk, natie, land, nationale, naturaliseer
έθνος στα ρωσικά
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
народ, народность, держава, нация, страна, нации, нацией
έθνος στα νορβηγικά
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
nasjon, nasjonen, folk, landet, landets
έθνος στα σουηδικά
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
folk, nation, nationen, nationens, landet
έθνος στα φινλανδικά
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kansakunta, maa, kansa, valtio, kansakunnan, kansan, maan
έθνος στα δανικά
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
folk, nation, nationen, nationens, land, Folk
έθνος στα τσεχικά
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
národ, národa, národem, země, národní
έθνος στα πολωνικά
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
naród, lud, kraj, nacja, państwo, narodu, narodem
έθνος στα ουγγρικά
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
nemzet, nemzetet, nép, nemzetnek, országos
έθνος στα τούρκικα
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
ulus, millet, milletin, milleti, ulusun
έθνος στα ουκρανικά
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
нація, американці, державу, країна, народе, народ
έθνος στα αλβανικά
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
komb, kombi, komb i, popull, kombit
έθνος στα βουλγαρικά
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
нация, народ, държава, нацията
έθνος στα λευκορωσικά
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
народ, люд
έθνος στα εσθονικά
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
rahvus, rahvas, rahva, riigi, rahvuse, riik
έθνος στα κροατικά
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
nacija, narod, zemlja, narodnost, država, nacije, naroda
έθνος στα ισλανδικά
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
þjóð, þjóðin, þjóðarinnar, ríki, þjóðinni
έθνος στα λατινικά
Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
populus, natio
έθνος στα λιθουανικά
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
valstybė, šalis, tauta, tautos, tautą
έθνος στα λετονικά
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
tauta, nācija, tautai, nāciju, tautas
έθνος στα σλαβομακεδονικά
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
нацијата, нација, народ, земја, народот
έθνος στα ρουμανικά
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
naţiune, națiune, națiuni, națiunii, neam, natiune
έθνος στα σλοβενικά
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
národ, narod, naroda, nacija, država
έθνος στα σλοβακικά
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
národ, ľud, národa, národom
Στατιστικά δημοτικότητας: έθνος
Τυχαίες λέξεις