Λέξη: τοσοδούλης

Σχετικές λέξεις: τοσοδούλης

ο τοσοδούλης

Μεταφράσεις: τοσοδούλης

αγγλικά
tiny


ισπανικά
diminuto

γερμανικά
klitzeklein, winzig

γαλλικά
petiot, fin, riquiqui*, petit, infime, ...

ιταλικά
minuscolo

πορτογαλικά
delgado, minúsculo, matiz, diminuto, pequeno

ολλανδικά
klein, minuscuul, propperig

ρωσικά
капельный, малюсенький, крохотный, миниатюрный, кукольный, ...

νορβηγικά
ørliten

σουηδικά
Tummelisa, Thumbelina, Thumbe

φινλανδικά
piskuinen, pikkuinen, pienoinen

δανικά
Tommelise, Thumbelina

τσεχικά
maličký, nepatrný, titěrný, malý, drobný

πολωνικά
drobny

ουγγρικά
picike

τούρκικα
minicik

ουκρανικά
Дюймовочка

αλβανικά
pakët, imtë

βουλγαρικά
Палечка, Малечка, Тъмбелина

λευκορωσικά
дюймовочка, Дзюймовачка, А Дзюймовачка, Дзюймовачка вельмі

εσθονικά
tilluke

κροατικά
malen, nejak, maleni

ισλανδικά
Thumbelina

λιθουανικά
Thumbelina

λετονικά
sīks, niecīgs

σλαβομακεδονικά
Thumbelina

ρουμανικά
Thumbelina, Degetica, Degețica

σλοβενικά
Palčica, Thumbelina

σλοβακικά
drobný, nepatrný, malý

Τυχαίες λέξεις