Λέξη: συστέλλομαι

Συνώνυμα: συστέλλομαι

ζαρώνω, οπισθοχωρώ, μαζεύω, συστέλλω, κάνω συμβόλαι, συνάπτω, στενεύω

Μεταφράσεις: συστέλλομαι

συστέλλομαι στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
contract, shrivel, shrink

συστέλλομαι στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
convención, contrato, contrata, contraer, encogerse, shrivel, marchitan, arrugan, se arrugan, marchite

συστέλλομαι στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
kontrakt, zusammenziehen, zuziehen, zusammenpressen, vertrag, schrumpfen, austrocknen, vertrocknen, verschrumpeln, runzlig werden

συστέλλομαι στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
entente, contractons, raccourcir, accord, rétrécir, contracter, étrécir, contractent, contrat, contractez, pacte, serrer, ratatiner, rapetisser, convention, se ratatiner, ratatinent, se ratatinent, shrivel

συστέλλομαι στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
contratto, patto, avvizzire, shrivel, accartocciarsi, si accartocciano, accartocciano

συστέλλομαι στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
contratar, contratos, contrair, contrato, murchar, shrivel, encolhem, enrugar, paralisar

συστέλλομαι στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
verbintenis, overeenkomst, contract, verschrompelen, shrivel, ineenkrimpen, doen rimpelen

συστέλλομαι στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
договор, сжиматься, суживать, сокращаться, сжимать, соглашение, сжаться, законтрактовать, подряд, сделка, сокращать, контракт, условие, высыхать, сморщиваются, бесполезным, сморщиваться, ссыхаются

συστέλλομαι στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
kontrakt, skrumpe, skrumpe inn

συστέλλομαι στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
avtal, kontrakt, skrumpna, shrivel

συστέλλομαι στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kaventua, kutistua, sopia, sopimus, sopimuskirja, puristaa, kuihtua, käpristyä, käpristää, kuihduttaa, kurtistua

συστέλλομαι στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
kontrakt, aftale, visne, vissen

συστέλλομαι στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
smlouva, uzavřít, zmenšit, kontrakt, zúžit, stahovat, stlačit, stisknout, zkrátit, dohodnout, smluvit, smrštit, sušit se, svraštit, scvrkat se

συστέλλομαι στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
zakontraktować, kontraktować, angaż, kurczyć, skurczyć, skracać, kontrakt, tensor, umowa, pokurczyć, uschnąć, pomarszczyć, zeschnąć

συστέλλομαι στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
összeaszalódik, kiszorít, összezsugorodik

συστέλλομαι στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
kontrat, kırışmak, kurutmak, büzmek, buruşmak, içi geçmek

συστέλλομαι στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
угода, договір, умова, підрядний, контракт, висихати, сохнути, висихатиме, висихатимуть

συστέλλομαι στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
kontratë, marrëveshje, rrudhem, fishkem, kruspullohem, rrëgjohem

συστέλλομαι στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
договор, сбръчквам, съсухрям се

συστέλλομαι στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
высыхаць, сохнуць

συστέλλομαι στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
leping, suruma, närtsima, närtsitama, Kuihtua, kokku kuivatama, kortsuma

συστέλλομαι στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
ugovoren, stegnuti, skratiti, ugovoru, ugovoriti, smežurati, zgrčiti, zgrčiti se, nabrati se, smežurati se

συστέλλομαι στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
shrivel

συστέλλομαι στα λατινικά

Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
pactum

συστέλλομαι στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
kontraktas, sudaryti, sutartis, susiraukti, Zeschnąć, susiraukšlėti, išsausti, sudžiūti

συστέλλομαι στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
līgums, kontrakts, vienošanās, saraukt, sačokurot

συστέλλομαι στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
збрчкаш, овенува, се збрчкаш

συστέλλομαι στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
crispa, contract, scoroji, se contracta, contracta, arde, cocoloși

συστέλλομαι στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
Smežurati, Zgrčiti, Zgrčiti se

συστέλλομαι στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
kontrakt, sušiť
Τυχαίες λέξεις