Λέξη: εγκάθετος

Σχετικές λέξεις: εγκάθετος

εγκάθετος ορισμός, εγκάθετος λεξικό

Μεταφράσεις: εγκάθετος

αγγλικά
clapper, heckler


ισπανικά
lengua

γερμανικά
zunge, klöppel, beifallklatscher, glockenklöppel, sprache, ...

γαλλικά
parole, tapageur, langue, crécelle, claquette

ιταλικά
lingua

πορτογαλικά
idioma, língua, linguagem

ολλανδικά
spraak, taal, tong

ρωσικά
клакер, язык, речь, колотушка, трещотка

νορβηγικά
språk, tunge

σουηδικά
språk

φινλανδικά
kieli

δανικά
tunge

τσεχικά
jazyk, výtržník, klepačka, řehtačka

πολωνικά
grzechotka, krzykacz, jęzor

ουγγρικά
harangnyelv

τούρκικα
dil, söz

ουκρανικά
тріщати, клакер, мову, тріскотіти, тріскачка

αλβανικά
gjuhë

βουλγαρικά
език

λευκορωσικά
язык

εσθονικά
vahelehüüdja

κροατικά
zvečka, čegrtaljka

ισλανδικά
Sit, sitja, setjast, Sestu, að sitja

λιθουανικά
liežuvis

λετονικά
mēle

σλαβομακεδονικά
јазик

ρουμανικά
limbă

σλοβενικά
sit, Usedi, sedeti, sedite, sedi

σλοβακικά
provokatér, výtržník

Τυχαίες λέξεις