Λέξη: έλξη

Σχετικές λέξεις: έλξη

έλξη αναφορικού, έλξη μεταξύ γυναικών, έλξη τησ τύχησ, έλξη του αναφορικού αρχαια, έλξη drs, έλξη συνώνυμο, έλξη του πλούτου, έλξη του γερουνδιακού, έλξη χρημάτων, έλξη του αναφορικού ασκήσεις

Συνώνυμα: έλξη

έλξη, τράβηγμα, μεταφορά, θέλγητρο, θέαμα, μέσο επιρροής, συγγένεια, σχέση, τάση, αγάπη, δέλεαρ, δόλωμα

Μεταφράσεις: έλξη

αγγλικά
affinity, attraction


ισπανικά
afinidad, encanto, atracción, atractivo

γερμανικά
verwandtschaft, neigung, reiz, attraktion, anziehung, ...

γαλλικά
voisinage, apparentage, séduction, agrément, attraction, ...

ιταλικά
attrazione, affinità, attrattiva, fascino, avvenenza, ...

πορτογαλικά
afinidade

ολλανδικά
verwantschap, affiniteit, aantrekkelijkheid

ρωσικά
влечение, притяжение, привлечение, родство, близость, ...

νορβηγικά
attraksjon, tiltrekning, Type, attraksjonen

σουηδικά
charm

φινλανδικά
houkutin, viehätysvoima, houkutus, vetovoima, veto, ...

δανικά
tiltrækning

τσεχικά
příbuzenství, blízkost, kouzlo, slučivost, příbuznost, ...

πολωνικά
podobieństwo, powinowactwo, rodzina, koligacja, atrakcja, ...

ουγγρικά
affinitás, vonzódás

τούρκικα
cazibe

ουκρανικά
потяг, властивість, принада, привабливість, спорідненість, ...

αλβανικά
tërheqje, tërheqjen, tërheqje e, tërheqja, atraksion

βουλγαρικά
атракция, привличане, атракцията, на забележителност, интересно място

λευκορωσικά
прыцягненне, прыцягненьне

εσθονικά
külgetõmme, sugulus, atraktsioon

κροατικά
rodbina, atrakcija, privlačnost, srodstvo, sličnost, ...

ισλανδικά
aðdráttarafl, áhugaverðra staða, aðdráttaraflið

λιθουανικά
trauka

λετονικά
pievilkšana

σλαβομακεδονικά
привлечност, атракција, атракции, привлекувањето, привлекување

ρουμανικά
atracţie

σλοβενικά
atrakcija, znamenitost, privlačnost, zanimivost, atrakcijo

σλοβακικά
atrakcie, atrakcia

Στατιστικά δημοτικότητας: έλξη

Τυχαίες λέξεις