Λέξη: ομοιομορφία

Σχετικές λέξεις: ομοιομορφία

ομοιομορφία συνώνυμα, ομοιομορφία απεικόνισησ display uniformity, ομοιομορφία english, ομοιομορφία αντωνυμο, ομοιομορφία απεικόνισης, ομοιομορφία συνωνυμο

Συνώνυμα: ομοιομορφία

ομοιομορφία

Μεταφράσεις: ομοιομορφία

αγγλικά
uniformity


ισπανικά
uniformidad

γερμανικά
einheitlichkeit, gleichförmigkeit, einförmigkeit

γαλλικά
uniformité, unité

ιταλικά
uniformità

πορτογαλικά
uniformidade, a uniformidade, uniformidade de, uniformização, homogeneidade

ολλανδικά
uniformiteit, gelijkmatigheid, eenvormigheid, uniforme, de uniformiteit

ρωσικά
единообразие, оплошность, согласованность, однородность, однообразность, ...

νορβηγικά
ensartethet, jevnhet, uniformitet, ensartet, uniformity

σουηδικά
likformighet, enhetlighet, enhetlig, enhetliga

φινλανδικά
yhdenmukaisuus, tasaisuus, yhdenmukaisuuden, yhdenmukaisuutta, yhtenäisyyden

δανικά
ensartethed, ensartet, ensartede, ensartetheden, en ensartet

τσεχικά
stejnost, uniformita

πολωνικά
jednolitość

ουγγρικά
egyformaság, egységesség

τούρκικα
tekdüzelik, düzgünlüğü, homojenliği, homojenlik, tekdüzeliği

ουκρανικά
однорідність, рівномірність, одноманітність

αλβανικά
njëtrajtshmëri, uniformitetin, uniformiteti, uniformitet, uniformitetit

βουλγαρικά
еднаквост, еднообразие, еднородност, уеднаквяване, единство

λευκορωσικά
аднастайнасць, аднароднасць, аднастайнасьць, аднароднай

εσθονικά
ühetaolisus, ühtsus

κροατικά
ravnomjernost, jednolikost, ujednačenost, uniformnost, jednoobraznost

ισλανδικά
einsleitni, og einsleitni, að samræmi

λιθουανικά
vienodumas, vienodumo, vienodumą, suvienodinti, tolygumas

λετονικά
vienveidība, viendabīgumu, viendabīgums, viendabība, viendabīguma

σλαβομακεδονικά
униформност, еднообразност, единството, униформноста, едноличност

ρουμανικά
uniformitate, uniformitatea, uniformității, uniformizare, omogenitatea

σλοβενικά
izenačenost, uniformnost, enotnost, izenačenosti, enakomernost

σλοβακικά
uniformita, jednotnosť

Τυχαίες λέξεις