Λέξη: ίνδαλμα

Σχετικές λέξεις: ίνδαλμα

ίνδαλμα συνώνυμο, το ίνδαλμα

Συνώνυμα: ίνδαλμα

είδωλο, ίνδαλμα

Μεταφράσεις: ίνδαλμα

αγγλικά
idol


ισπανικά
ídolo

γερμανικά
idol, abgott

γαλλικά
idole, dieu

ιταλικά
idolo

πορτογαλικά
ídolo

ολλανδικά
afgod, afgodsbeeld

ρωσικά
бог, истукан, кумир, идол

νορβηγικά
idol, avgud, idolet, avguden

σουηδικά
idol

φινλανδικά
jumala, idoli, epäjumala

δανικά
idol, afgud, idolet, Idol og

τσεχικά
bůžek, idol, modla

πολωνικά
idol, bałwan, bożek, osioł, bożyszcze

ουγγρικά
bálvány

τούρκικα
idol, idolü, put, bir idol, puta

ουκρανικά
кумир, ідол, ідоле

αλβανικά
idhull, idhulli, idhullin, idol, idhulli i

βουλγαρικά
кумир

λευκορωσικά
ідал, ідала

εσθονικά
ebajumal, iidol

κροατικά
idol, kumir

ισλανδικά
Idol, átrúnaðargoð, skurðgoð, leikkona, Goð

λιθουανικά
stabas, dievaitis

λετονικά
elks

σλαβομακεδονικά
идол, идолот, идолско

ρουμανικά
idol

σλοβενικά
modla, idol

σλοβακικά
modla, idol

Τυχαίες λέξεις