Λέξη: καραμέλα

Σχετικές λέξεις: καραμέλα

καραμέλα 2014, καραμέλα γάλακτος, καραμέλα βουτύρου, καραμέλα club, καραμέλα συνταγή, καραμέλα θερμίδες, καραμέλα για σου, καραμέλα zero, καραμέλα live, καραμέλα παιδικός σταθμός

Συνώνυμα: καραμέλα

καραμέλα, γλύκισμα, κουφέτο, ζαχαρωτό, γλύκα, ζίζιφο, τζίτζιφο

Μεταφράσεις: καραμέλα

αγγλικά
sweet, toffee, candy


ισπανικά
caramelo, confite, postre, bombón, dulce

γερμανικά
engelhaft, süßwarenindustrie, dessert, bonbon, nachtisch, ...

γαλλικά
friandise, agréable, délicat, dessert, confiserie, ...

ιταλικά
dolce, caramella

πορτογαλικά
suave, ameno, doce, varredura, sobremesa, ...

ολλανδικά
zoetigheid, dessert, snoep, toetje, nagerecht, ...

ρωσικά
десерт, умильный, конфета, третье, леденец, ...

νορβηγικά
blid, dessert, yndig, sukkertøy, søt

σουηδικά
konfekt, karamell, söt, ljuv

φινλανδικά
karkki, toffee, imelyys, makea, enkelimäinen, ...

δανικά
sød, slik, liflig, dessert, kær

τσεχικά
jemný, moučník, miláček, příjemný, dobrý, ...

πολωνικά
landrynkowy, słodkie, cukierek, delikatny, kandyz, ...

ουγγρικά
savmentes, narkó, desszert, kandiscukor, andalító, ...

τούρκικα
hoş, şeker, bonbon, şekerleme, tatlı

ουκρανικά
льодяники, веселий, цукерка, запашний, солодощі, ...

αλβανικά
ëmbëlsirë, ëmbël

βουλγαρικά
десерт, сладкия

λευκορωσικά
цукеркі

εσθονικά
magus, maiustus, värske

κροατικά
slatkiš, karamela, ugodan, bombon, milina, ...

ισλανδικά
nammi, sælgæti, brjóstsykur, Candy

λατινικά
suavis, dulcis

λιθουανικά
saldainis, desertas, saldus, malonus

λετονικά
patīkams, salds, deserts

σλαβομακεδονικά
бонбони, слатки, Кенди, Candy, како бонбони

ρουμανικά
dulce, bomboană, desert

σλοβενικά
karamela, sladek, bonbón

σλοβακικά
milova, cukrík, sladký, bonbón

Στατιστικά δημοτικότητας: καραμέλα

Τυχαίες λέξεις