Λέξη: ακαθάριστος

Σχετικές λέξεις: ακαθάριστος

ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, ακαθάριστοσ σχηματισμόσ κεφαλαίου, ακαθάριστος μισθός

Συνώνυμα: ακαθάριστος

ουδέτερος, ακαθάριστος

Μεταφράσεις: ακαθάριστος

αγγλικά
gross


ισπανικά
bruto, bruta, brutos, grave, bruta de

γερμανικά
rein, einkommen, völlig, einnahme, gros, ...

γαλλικά
intégral, global, ensemble, brut, étoffé, ...

ιταλικά
grosso, grasso, completo, pingue, lordo

πορτογαλικά
castiço, receita, puro

ολλανδικά
schoon, louter, inkomsten, dik, helder, ...

ρωσικά
гросс, масса, большой, обширный, притупленный, ...

νορβηγικά
ren, klar, tykk

σουηδικά
brutto, grov, fet

φινλανδικά
puhdas, aito, tulo, tulot, suunnaton, ...

δανικά
brutto, grov, brutto-, bruttovægt, groft

τσεχικά
drsný, brutto, tupý, celek, korpulentní, ...

πολωνικά
całkowity, suma, jaskrawy, duży, toporny, ...

ουγγρικά
bruttó, összsúly, makroszkopikus

τούρκικα
gelir, kalın, temiz

ουκρανικά
маса, товстий, грос, грубий, валовий, ...

αλβανικά
bruto, bruto të, rëndë, bruto i, bruto e

βουλγαρικά
брутен, брутния, брутната, бруто, брутното

λευκορωσικά
грубы

εσθονικά
suur, jäme

κροατικά
veliki, prost, debeo, bruto, glup

ισλανδικά
brúttó, verg, Framlegð, vergri, vergar

λιθουανικά
bruto, bendrasis, bendras, bendroji, Gross

λετονικά
ienākums

σλαβομακεδονικά
бруто, на бруто, бруто-

ρουμανικά
venit

σλοβενικά
ogaben, bruto

σλοβακικά
brutto, celkový, hrubý

Τυχαίες λέξεις