Λέξη: αναβλύζω

Σχετικές λέξεις: αναβλύζω

αναβλύζω λεξικό, αναβλύζω αοριστος, αναβλύζω συνώνυμο, αναβλύζω συνώνυμα, αναβλύζω βικιλεξικο

Συνώνυμα: αναβλύζω

εκχύνομαι, αναβλύζω, φορτσάρω, ξεπετάγομαι, εκχύνω, εντείνω τις δυνάμεις, ομιλώ με στόμφον, εκτοξεύω, εκρέω, εκπηδώ

Μεταφράσεις: αναβλύζω

αγγλικά
gush, well


ισπανικά
chorrear, pozo, chorro, bueno, bien, ...

γερμανικά
quelle, wohl, strom, aufsprudeln, tiefbett, ...

γαλλικά
fontaine, joliment, puits, partant, bon, ...

ιταλικά
bravo, bene, bello, getto, fontana, ...

πορτογαλικά
soldador, cisterna, poço, bom, bem, ...

ολλανδικά
goed, bron, put, welnu, opspatten, ...

ρωσικά
вскипать, ливень, водоем, пропекать, родник, ...

νορβηγικά
god, bra, brønn, frisk, utbrudd

σουηδικά
bra, källa, väl, brunn, god

φινλανδικά
hyvästi, kaivo, purskahtaa, terve, huomattavasti, ...

δανικά
godt, brønd, vel

τσεχικά
slušně, zdroj, dobro, tryskat, tedy, ...

πολωνικά
źródło, wir, studzienka, wytryśnięcie, bić, ...

ουγγρικά
áradozás, felbugyogás, szerencsésen

τούρκικα
pınar, çeşme, kaynak, güzel, iyi

ουκρανικά
небо, злива, ринути, хлинути

αλβανικά
bunar, mirë

βουλγαρικά
кладенец, излияние

λευκορωσικά
добры, колодзеж, добра

εσθονικά
pilv, tulv, purskuma

κροατικά
jama, zdrav, zdenac, dobro, dakle, ...

ισλανδικά
jæja, frískur, heilsugóður, gjósa, vel

λατινικά
bene

λιθουανικά
šulinys, gerai

λετονικά
aka

σλαβομακεδονικά
бунарот

ρουμανικά
bun, puţ

σλοβενικά
no

σλοβακικά
dobre, vytrysknutí, no

Τυχαίες λέξεις