Λέξη: ακονίζω

Σχετικές λέξεις: ακονίζω

ακονίζω μαχαίρια, πως ακονίζω, ακονίζω το μυαλό μου, ακονίζω στα αγγλικα, ακονίζω συνώνυμα

Συνώνυμα: ακονίζω

οξύνω, ακονίζω, τροχίζω, αλέθω, τρίβω, τρίζω, ερεθίζω, τροχίζω ξυράφι, προχωρώ βραδέα

Μεταφράσεις: ακονίζω

αγγλικά
sharpen


ισπανικά
afilar, vaciar, aguzar

γερμανικά
anspitzen, schärfen

γαλλικά
affilent, appointer, affiler, stimuler, meuler, ...

ιταλικά
acuire, affilare, aguzzare, acutizzare, arrotare

πορτογαλικά
acerar, afiar, afinar

ολλανδικά
verhevigen, slijpen, aanzetten, wetten

ρωσικά
накалить, обострить, ускорять, зачинить, оточить, ...

νορβηγικά
kvesse

σουηδικά
skärpa, vässa

φινλανδικά
kärjistää, hioa, terävöityä, teroittaa

δανικά
skærpe, at skærpe, skarpere, slibe, skærper

τσεχικά
bystřit, ostřit, nabrousit, ořezat, zaostřit, ...

πολωνικά
naostrzyć, temperować, wyostrzyć, podniecać, zaostrzać, ...

ουγγρικά
kihegyez, élesít, élesíteni, élesítés, élesítéséhez

τούρκικα
keskinleştirmek, netleştirmek, keskinleştirme, keskinleştir, bilemek

ουκρανικά
загострювати, гострити, загострити, загостріть

αλβανικά
shpij, theksoj, mprehin, sqaroj, të mprehur

βουλγαρικά
точите

λευκορωσικά
тачыць, вастрыць, каб вастрыць аб, вастрыць аб, капаць

εσθονικά
teritama, teravamaks, teritada, süvendada, teravdada

κροατικά
oštriti, zašiljiti, naoštriti

ισλανδικά
hvessa, brýna

λιθουανικά
pagaląsti, paryškinti, paaštrinti, ryškesnė, galąsti

λετονικά
asināt, asāku, dziļāku, uzasināt, saasināt

σλαβομακεδονικά
изостри, ги изостри, заостри, остри, се изостри

ρουμανικά
ascuți, accentua, ascuti, intensifica, sharpen

σλοβενικά
izostriti, ostrenju, osredotočila, izostrite, izostritev

σλοβακικά
brúsiť

Τυχαίες λέξεις