Λέξη: ανάγκη

Σχετικές λέξεις: ανάγκη

ανάγκη για επιβεβαίωση, ανάγκη ετυμολογία, ανάγκη για ρούχα, ανάγκη για γλυκό, ανάγκη για αίμα, ανάγκη για αιμοπετάλια, ανάγκη συνώνυμα, ανάγκη να σε πάρω εγώ, ανάγκη να σε πάρω εγώ στίχοι, ανάγκη για επικοινωνία

Συνώνυμα: ανάγκη

ανάγκη, χρεία, αναγκαιότητα, περιορισμός, βία, εξαναγκασμός, αμηχανία, συστολή, έλλειψη, ένδεια, ευκαιρία, περίπτωση, περίσταση, αιτία, απαίτηση, αξίωση

Μεταφράσεις: ανάγκη

αγγλικά
need, want


ισπανικά
deber, desear, precisión, falta, necesitar, ...

γερμανικά
beweggrund, wollen, fordern, not, mangel, ...

γαλλικά
défaut, purée, nécessitez, exigence, voeu, ...

ιταλικά
mancanza, bisogno, necessità, richiesta, esigenza, ...

πορτογαλικά
causa, falta, queira, vagueie, querer, ...

ολλανδικά
vorderen, motief, verlangen, zucht, wens, ...

ρωσικά
нищета, хотеть, захотеть, неимение, бедность, ...

νορβηγικά
forlange, trenge, kreve, trang, fordre, ...

σουηδικά
avsaknad, erfordra, saknad, nöd, önska, ...

φινλανδικά
tarvita, havitella, vaikutin, aihe, hätä, ...

δανικά
mangel, nød, ville, behøve, behov

τσεχικά
žádat, toužit, požadavek, přát, dychtit, ...

πολωνικά
wanna, potrzeba, potrzebować, niedosyt, chcieć, ...

ουγγρικά
szükséglet, szükség, szegénység

τούρκικα
dilek, ihtiyaç, istemek, yokluk, eksiklik, ...

ουκρανικά
потребувати, потреба, вимагати

αλβανικά
dëshirë, dua

βουλγαρικά
необходимост, нужно, нужда

λευκορωσικά
хацець, абавязак, пытацца

εσθονικά
häda, vajama, tattnina, vajadus

κροατικά
željeti, potrebe, trebaju, oskudica, nedostatak, ...

ισλανδικά
þörf, nauðsyn, vilja, nauð, neyð

λατινικά
careo, necessitas, opto, requirere, indigeo, ...

λιθουανικά
reikėti, norėti, poreikis, noras, stygius, ...

λετονικά
trūkums, vajadzība, vēlēšanās, nepietiekamība, gribēt, ...

σλαβομακεδονικά
недостатокот

ρουμανικά
motiv, lipsă, nevoie

σλοβενικά
želeti, treba, potreba, hoteti

σλοβακικά
neuje, chcieť, potreba, potrebovať

Στατιστικά δημοτικότητας: ανάγκη

Τυχαίες λέξεις