Λέξη: ανθρακωρύχος

Σχετικές λέξεις: ανθρακωρύχος

ανθρακωρύχος 17 χρονια, ανθρακωρύχος βικιπαιδεια, ανθρακωρύχος games, ανθρακωρύχος κινα, ανθρακωρύχος παιχνιδι, ανθρακωρύχος που ήταν θαμμένος για 17 χρόνια

Συνώνυμα: ανθρακωρύχος

ανθρακοφόρο πλοίο

Μεταφράσεις: ανθρακωρύχος

ανθρακωρύχος στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
miner, collier, coal miner, Miner, a miner, for mines

ανθρακωρύχος στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
minero, Collier, de Collier, carbonero

ανθρακωρύχος στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
bergarbeiter, minenarbeiter, bergmann, kumpel, Kohlenarbeiter, Bergmann, collier

ανθρακωρύχος στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
charbonnier, Collier, mineur, de Collier

ανθρακωρύχος στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
minatore, carboniera, Collier, di Collier, collier di

ανθρακωρύχος στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
mineiro, mina, minar, Collier, mineiro de, carvoeiro, do mineiro

ανθρακωρύχος στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
mijnwerker, kolenschip, Collier, collier van, van Collier

ανθρακωρύχος στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
углекоп, минер, забойщик, горнорабочий, горняк, рудокоп, шахтёр, минёр, угольщик, колье, Кольер, Collier, Колльер

ανθρακωρύχος στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
gruvearbeider, collier

ανθρακωρύχος στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
gruvarbetare, collier, collieren, Colliers

ανθρακωρύχος στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
miinoittaja, kaivostyöläinen, kaivosmies, hiilikaivostyöläinen, hiililaiva, collier, Collierin

ανθρακωρύχος στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
grubearbejder, minearbejder, collier, Minearbejderen, Collier med

ανθρακωρύχος στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
havíř, horník, Collier, uhelná loď, Colliere

ανθρακωρύχος στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
górnik, Collier, węglowiec, rudowęglowiec, górnika

ανθρακωρύχος στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
bányamunkás, bányász, aknász, szénbányász, vájár, Collier, szénszállító

ανθρακωρύχος στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
madenci, collier, kömür gemisi işçisi, kömür ocağı işçisi, kömür gemisi

ανθρακωρύχος στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
рудокоп, вугляр, вугільник

ανθρακωρύχος στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
anije qymyrguri, minator, Collier

ανθρακωρύχος στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
въглекопач, колие, Колиър, Кулиър, Collier

ανθρακωρύχος στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
вугальшчык

ανθρακωρύχος στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
kaevandaja, minöör, kaevur, söekaevur, Collier, Söe laev, Coalmining worker

ανθρακωρύχος στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
miner, rudar, brod za prijevoz uglja, Collier, Collier je, Colliera

ανθρακωρύχος στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
Collier

ανθρακωρύχος στα λατινικά

Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
minutor

ανθρακωρύχος στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
šachtininkas, kalnakasys, angliakasys, Collier, Collierio, anglių vežiojamasis laivas, Górnik

ανθρακωρύχος στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
ogļracis, kalnracis, Collier, ogļu kuģis, ogļu kuģa matrozis

ανθρακωρύχος στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
Колиер, Collier, Колие

ανθρακωρύχος στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
miner, vas carbonifer, Collier, minerii, colier, pe Collier

ανθρακωρύχος στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
Collier

ανθρακωρύχος στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
horník, baník, baníka
Τυχαίες λέξεις