Λέξη: απερίσκεπτος

Σχετικές λέξεις: απερίσκεπτος

απερίσκεπτος σημασια, απερίσκεπτος συνώνυμο, απερίσκεπτος συνωνυμα, απερίσκεπτοσ τι σημαινει

Συνώνυμα: απερίσκεπτος

απερίσκεπτος, απρόσεκτος, αμελής, επιπόλαιος, αλογάριαστος

Μεταφράσεις: απερίσκεπτος

αγγλικά
rash, thoughtless, impetuous, reckless, foolhardy


ισπανικά
salpullido, atolondrado, temerario, sarpullido, aturdido, ...

γερμανικά
rücksichtslos, ausschlag, achtlos, gedankenlos, hastig, ...

γαλλικά
malavisé, éruption, gonflée, turbulent, imprudent, ...

ιταλικά
impetuoso, sconsiderato, incauto, veemente, avventato

πορτογαλικά
inconsiderado, imprudente, irreverente, inconsiderate, sem consideração

ολλανδικά
achteloos, uitslag

ρωσικά
безрассудный, нерассудительный, скоропалительный, безмятежный, легкомысленный, ...

νορβηγικά
voldsom, tankeløs, ubekymret, utslett, hensynsløs

σουηδικά
tanklös, utslag

φινλανδικά
hurja, harkitsematon, varomaton, tyhmänrohkea, välittämätön, ...

δανικά
forteelser, taktløst, hensynsløs, ubetænksom, hensynsløse

τσεχικά
nepředložený, prudký, nerozvážný, nešetrný, vyrážka, ...

πολωνικά
nieroztropny, wybuchowy, lekkomyślny, popędliwy, plasterek, ...

ουγγρικά
merész, figyelmetlen, zabolátlan

τούρκικα
düşüncesiz, kızarıklık, dikkatsizlik

ουκρανικά
глухою, непрохідний, декламування, глухий, глухої, ...

αλβανικά
i pakujdesur, i pavëmendshëm, pakujdesur, pavëmendshëm, pakonsideratë

βουλγαρικά
необмислен, невнимателен, неделикатен, необмислено, невнимателни

λευκορωσικά
няўважлівы

εσθονικά
hulljulge, mõtlematu, impulsiivne, lööve

κροατικά
nepromišljen, plah, ospice, žestok, neobazriv, ...

ισλανδικά
hugsunarlaus, bráður

λατινικά
vehemens, temerarius

λιθουανικά
neapdairus, Neįdėmiai, nedėmesingas, Neįdėmiai prie, nepaisant kitų eismo

λετονικά
pārsteidzīgs, nepārdomāta, nekorekta, nepārdomāti

σλαβομακεδονικά
невнимателен

ρουμανικά
nechibzuit, nechibzuită, nechibzuita, neînțelept, nepăsătoare

σλοβενικά
liják, impulzivní

σλοβακικά
vyrážka, príval, nepozorný, nerozumný, bezstarostný, ...

Τυχαίες λέξεις